Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Κοροϊδιλίκι των Θρησκειών- Νίκος Τσιφόρος



  Άνθρωπε, σου λέει, εσύ είσαι το κέντρο της γης, έτσι;

Και συ είσαι το κέντρο της γης. Μάλιστα. Από σένα ξεκινάει το βλέμμα και φτάνει μέχρι απάνω στα ακίνητα παγωμένα αστέρια, από σένα ξεκινάει η ακοή, που πιάνει το τραγούδι των φύλλων και τη μουσική τού Τσαϊκόφσκυ, από σένα ξεκινάνε οι πόθοι, ο φόβος τού αύριο, τα γενετήσια ένστικτα, η απληστία, το μίσος να καταστρέψεις, η λαχτάρα να δημιουργήσεις, ο αγώνας να διατηρηθείς, όλα από σένα, κι εδώ μέσα στο στήθος σου, δεξιότερα από την καρδιά, νιώθεις ένα τόσο δα πραματάκι, που είναι κάποιο πουλάκι από άνεμο και το λένε ψυχή, να θέλεις και να μη θέλεις, το πιστεύεις στο τέλος, ότι εσύ είσαι το κέντρο της δημιουργίας του Σύμπαντος και την ψωνίζεις, ότι είσαι σπουδαίος και μέγας, και το σκέφτεσαι μέσα σε κείνο το μυστήριο ραντάρ που λέγεται «υποσυνείδητο».

– Ναι, ρε, εγώ είμαι. Μάλιστα, εγώ. Βεβαίως. Πώς; Τι;

Σου ΄δωσε το χρυσό χάπι η θρησκεία, η όποια θρησκεία και να ΄ναι και γελάει μέσα της και σου κάνει απ΄ όξω της:

– Τα βλέπεις, ρε μπαγάσικο;

*     *     *

Και ξαφνικά, εκεί που είσαι καταυχαριστημένος γιατί έγινες κέντρο, σου ρίχνει ένα φάσκελο:

– Να, κόπανε.

Απορείς, το λοιπόν. «Παρακαλώ, πώς φασκελώνετε ένα κέντρον της δημιουργίας; Να έχετε και ανατροφή».

Η θρησκεία ξεκαρδίζεται αναιδέστατα μέσα στα μούτρα σου.

– Θα πεθάνεις, ρε κόπανε.

Εδώ σου κόβονται τα ποδάρια. Κιτρινίζεις.

– Ορίστε;

– Θα πεθάνεις, ρε.

Κακιά η κουβέντα, να φας τη γλώσσα σου και κουνήσου από τη θέση σου, έλα όμως που ‘ναι κι αλήθεια…

– Μάλιστα, θα πεθάνεις, λέει η θρησκεία, και τα λουλούδια θ΄ ανθίζουνε την άνοιξη και θα κυλάνε ασημόνερα τα ρυάκια και θα γυρίζουνε τα ντονέρια να σπάνε μύτες και θα φοράνε τα κορίτσια λιλά φορέματα. Όλα θα είναι όμορφα, φωτεινές ρεκλάμες, αυτοκίνητα, πικνίκια, πεταλούδες που χορεύουνε γύρω από το φως.

Διάλος τον πατέρα του! Για σκέψου! Πάλι θα υπάρχουνε αυτά και συ τίποτα, θα σ΄ έχουνε χώσει στη γη, κει πέρα σε κάνα αχάριστο νεκροταφείο, στην αρχή θα ΄ρχεται η στοργή να σ΄ ανάψει κάνα παλιοκάντηλο και να σου πούνε τρισάγιο, μετά θα σε ξεχάσουνε, και οι κοντινές σου στοργές θ΄ αρχίσουνε να χαμογελάνε δειλά για να το φτάσουνε αργότερα στο μπασαδούρικο χάχανο, τίποτις κοπρόσκυλα μπορεί να κατουράνε τον τάφο σου, και πιομετά, σε δυο γενεές, κανένας δεν θα σε μελετάει -ποιος μελετάει τον προπάππο του;- και δεν θα μείνεις, βλάκα μου, ούτε καν «σποδός αναμνήσεων» στον κόσμο.

Τώρα σε μαγγώνουνε οι κρυάδες.

– Ωχού! Ρε, τι πάθαμε.

*     *     *

Εδώ σε περιμένει η θρησκεία. Να σε ρίξει, μέσα στη στέρνα με την απελπισία και τώρα σου δίνει το χέρι.

– Έλα.

– Τι;

– Έλα, ρε κορόιδο, δεν θα πεθάνεις, δεν σ΄ αφήνω εγώ.

– Σοβαρά;

Και σ΄ ανοίγει μια πόρτα και σε μπάζει ο Χριστιανός σ΄ έναν παράδεισο γαλαζοπεριβολάτον, και ο Μουσουλμάνος σ΄ έναν παράδεισο μελοπιλαφάτο, και ο Ινδουιστής σε μια νιρβάνα τής απόλυτης γαλήνης, και το κάθε κέρατο τον έχει φτιάξει τον παράδεισο με δικό του σκηνογράφο και τον ρεκλαμάρει πια σαν τουριστικό γραφείο «Βιζιτέ λε Καναρί», τέτοια ωραία πράματα.

Εσένα δεν σου πάει, κύριε, να χαθείς εσύ και να γίνεις χώμα και, σύμφωνα με το νόμο τής αφθαρσίας τής ύλης, να γυρισουνε τα υλικά σου στη γη, «πωλούνται παλαιά υλικά εκ κατεδαφίσεως», και η ψυχή σου να ενωθεί και πάλι μέσα στο μεγάλο ρευστό τού Σύμπαντος και να χαρμανιάσει με δαύτο και να χάσει το εγώ της. Γιατί θάνατος τούτο θα πει: «Να χάσεις το εγώ σου». Και επειδή θέλεις να υπάρχεις μέσα σε όλα τούτα που ξέρεις ότι υπάρχουνε, το δίνεις το ξερό σου.

– Αμάν, βγάλε με και ό,τι θέλεις.

Σε κέρδισε η θρησκεία τώρα που είσαι ζωντανός, γιατί πεθαμένο σ΄ έχει δια βίου. Κι από δω και πέρα, σε κουμαντάρει όπως τη συμφέρει αυτήνε. Άμα είναι ζόρικα, δεν έχει μονάχα λουλουδοπερίβολα. Έχει και κλιβάνους. Σε χώνει μέσα και γκιουβετσιάζεις εις τους αιώνας των αιώνων. Και σε τρομάζει:

– Πρόσεχε τώρα. που είσαι ζωντανός κι είναι καιρός να κάνεις κείνα που λέω γω, αλλιώς σε βλέπω με σκορδάκι στο φούρνο.

Κι άμα σου βαστάει, κάνε κι αλλιώς.

*     *     *

Αυτό είναι. Κάποιος είπε: «Η θρησκεία είναι μια εταιρία, που εκδίδει μετοχές επί ανύπαρκτων μεταλλείων». Δεν θυμάμαι ποιός το είπε, αλλά θαρρώ πως το είπα εγώ. Και κανένας δεν παίρνει μερίσματα από τούτες τις μετοχές, αλλά μόνο το διοικητικό συμβούλιο τούτης τής εταιρίας τρώει καλά. Κι αυτό θαρρώ πως το είπα πάλι εγώ και είμαι κολασμένος, το ξέρω

Ποιος ήταν ο Νίκος Τσιφόρος

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1909. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Από τα έντεκά του χρόνια ο Νίκος Τσιφόρος άρχισε να ασχολείται μανιωδώς με το γράψιμο, ενώ την πρώτη του επιθεώρηση την έγραψε το 1928 για ένα θερινό θέατρο στη Φρεαττύδα. Η πρώτη του αυτή προσπάθεια απέτυχε αλλά ο Νίκος δεν απογοητεύτηκε. Αφού πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επάγγελμα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα. Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1944 όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του Τσιφόρου «Η πινακοθήκη των ηλιθίων». Τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1948-49 έκανε και την πρώτη του ταινία, η οποία προβλήθηκε με τον τίτλο «Τελευταία αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον), ενώ έγραψε πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 80 σενάρια. Κάποια αυτά τα έγραψε μόνος του και άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη, με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων.

Ο Τσιφόρος πέθανε στις 6 Αυγούστου 1970.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...