Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη ( απόσπασμα)- Θανάσης Βαλτινός

 

Θανάσης Βαλτινός  Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας]

deco_leftΗ καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεταιdeco_right


Το αυτοτελές απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο
Συναξάρι 

Αντρέα Κορδοπάτη (Βιβλίο πρώτο: Αμερική), όπου ο Θ. Βαλτινός καταγράφει

 περιστατικά από την περιπετειώδη ζωή του ήρωά του, μετανάστη στην Αμερική, 

στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο συγκεκριμένο τμήμα παρουσιάζονται οι συνθήκες 

που ωθούσαν στον ξενιτεμό και οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν όσοι 

ήθελαν να μεταναστεύσουν. O συγγραφέας μάς μεταφέρει στο κλίμα της εποχής με 

την απλότητα της περιγραφής και της γλώσσας του, κυρίως όμως με τη φυσικότητα

 και τον καθημερινό τόνο που δίνει στο κείμενό του.

 

Το 903 αποφάσισα κι εγώ να ξενιτευτώ.

Σηκώθηκα μιαν αυγή, στις δεκαπέντε Μαρτίου, ημέρα Παρασκευή, πήρα 

οχτακόσιες δραχμές, και αξημέρωτα πέρναγα το Νούδιμο του Oρχομενού. Αποκεί

 έπεσα στον κάμπο της Μηλιάς. Τότε ακόμα ο δρόμος Λεβίδι-Τρίπολη δεν ήταν 

φτιαγμένος, πηγαίναμε από Κακούρι μεριά.

Έφτασα στην Τρίπολη το απομεσήμερο κι έμεινα το βράδυ σ’ ένα χάνι Βασιλείου 

 Μαχαίρα ή Αναγνωστόπουλου, Δαραίου. Αυτός είχε μπακάλικο, μαγεριό και

 κρεβάτια για ύπνο. Το πρωί στις πέντε πήγα στο σταθμό κι έβγαλα εισιτήριο για 

Πειραιά, δέκα δραχμές και ογδόντα λεφτά.

Ήρθε το τρένο μπήκα μέσα, περάσαμε τον Αχλαδόκαμπο, τη μεγάλη γέφυρα, 

Μύλους, Άργος, Κόρινθο. Περάσαμε τον Ισθμό, από πάνω εμείς από κάτω τα

 πλοία. Είχα σύσταση για έναν πατριώτη μου στον Πειραιά, Ιωάννη Τσέκο ή 

Λαβωμένο. Ήταν πολλούς χρόνους εκεί και είχε τραυματιστεί στο επαναστατικό, 

από σφαίρα στο κεφάλι, πάντα την πάντα, δίχως να τον βλάψει στα μυαλά. Και ο 

Πειραιάς τον ονόμασε Λαβωμένο. Αυτός είχε και αδερφούς, τον καπετάν Πέτρο, 

μεγάλο παλικαρά, τον Βασίλειο Τσέκο ή Κακόχρηστο, ληστή Πατρών και

 περιφερείας. Εκείνη την εποχή είχαν δόξα μεγάλη.

Πήγα τον βρήκα στο σπίτι του, με πήρε, δεν ήξερα την πόλη, με πήγε στο 

 ξενοδοχείο.

Το πρωί ήρθε να πάμε στο γιατρό της εταιρείας να επιθεωρηθώ. Η εταιρεία άνοιγε 

 αργά και χρειάστηκε να περιμένουμε. Σε καμιά ώρα φάνηκε ο γιατρός, μπήκαμε 

 μέσα, με εξέτασε, μ’ έβγαλε σκάρτο από τραχώματα.

Μου ’δωσε συνταγή να παίρνω φάρμακα, να ρίχνω στα μάτια μου να καθαρίσουν. 

Και με το νυστέρι άρχισε να κόβει τα σπυράκια από μέσα τα ματόφυλλα.

Απελπίστηκα που δε θα πέρναγα.

Είχε ένα τρένο το δείλι για Μύλους και ήθελα να φύγω.

Μου λέει ο Τσέκος, πάμε στο σπίτι.

Και με πήρε στο σπίτι του να φάμε. Το σπίτι ήταν μικρό, ένα δωμάτιο για τους 

 ξένους το κράταγε ο αδερφός του, ο καπετάν Πέτρος, άρρωστος.

Είχε και δυο γιους, Νίκο και Μπάμπη, και κορίτσια. Με δέχτηκαν καλά και 

σήμερα βρίσκουνται οι φαμελιές τους στον Πειραιά. Αποφάγαμε, σηκώθηκα να 

φύγω. Μου είπαν αυτοί να μείνω να φύγω την αυγή, να μην ξενυχτήσω στο δρόμο.

Δεν τους άκουσα, ήμουν φαρμακωμένος.

Μπήκα στο τρένο, μέσα στο βαγόνι είδα έναν που έμοιαζε ξενοφερμένος. Έκατσα 

κοντά του και πιάσαμε κουβέντα.

Τον ρώτησα πού ήταν.

— Στην Αμερική.

— Τώρα έρχεσαι;

— Μάλιστα.

— Από ποιο μέρος;

— Από το Σικάγο.

— Γνώρισες κανέναν Δαραίο εκεί;

— Ναι, τον Αναστάσιο Μεγρέμη.

— Είναι καλά;

— Καλά.

— Από ποιο μέρος είσαι του λόγου σου;

— Από το Άργος, το χωριό Μπερμπάτι.

— Το όνομά σου;

— Γρηγόριος Γκορίτσας.

— Πώς περνάγατε στην Αμερική;

— Πολύ καλά, ό,τι θέλαμε τρώγαμε. Φτηνά πράματα, ρούχα, παπούτσια.

— Το μεροκάματο;

— Άλλος δύο δολλάρια, άλλος ένα κι εβδομήντα πέντε, άλλος ενάμισι.

— Δουλειές πολλές;

— Πολλές. Γραμμές, μίνες για το χρυσό, για κάρβουνο και άλλες.

— Και τι ήθελες στην Ελλάδα;

— Ήρθα να δω τους γονιούς μου και θα φύγω πάλι.

— Τότε έκανες καλά. Εδώ μεγάλη φτώχεια. O κόσμος κιντυνεύει, σήκωσε φτερό 

για έξω. Κάργα τα καράβια με τρεις χιλιάδες το καθένα, όλο παιδαρέλια. Δω εκεί  κανένας σαραντάρης.

Φτάσαμε στο Άργος κι εγώ κατέβαινα για Μύλους.

Αυτός θα έμενε.

Γεια σου, του λέω, φίλε, χωρίζουμε.

Μου λέει, μείνε στο Άργος, απόψε θα μείνουμε μαζί. Και αύριο φεύγεις.

Του λέω καλά.

Άργος-Μύλους, το εισιτήριο ήταν πενήντα λεφτά. Κι έτσι το αποφάσισα.

Πήραμε τις βαλίτσες του και πήγαμε στην πόλη. Μου λέει έχω έναν κουμπάρο εδώ

 και πρέπει να τον βρω, να αφήσω τα πράματά μου. Μείνε εσύ να τα φυλάς και 

εγώ θα πάω.

Ήταν ένα απόκεντρο εκεί, κάτι σοκάκια στενά. Παραμέσα η πόλη ωραία, πλατείες,

 δρόμοι, εκκλησίες, εμπορικά.

Αλλά τα απόκεντρα βρόμαγαν.

Πήγε αυτός στον κουμπάρο του, έκατσε πλέον της ώρας.

Ήρθε κανένα καιρό, είχε πέσει η νύχτα.

— Τον βρήκες τον κουμπάρο σου;

— Τον βρήκα.

— Τι σου είπε;

— Να πάω τις βαλίτσες μου εκεί.

— Θα τις πας;

— Θα τις πάω.

— Δίνεις μπέσα σ’ αυτόν με τα πράγματά σου, ρούχα και διάφορα που έχεις μέσα;

— Γιατί;

— Αύριο θα σου πει δεν έφερες τίποτα και πού σε είδα. Αν θέλει σε κάνει και καλά,

 βράδυ είναι ποιος σε γνωρίζει.

Λες;

Έλα να πάμε στο ξενοδοχείο, να πάρουμε το κλειδί του δωματίου να είσαι 

 ασφαλισμένος. Μη δίνεις μπέσα στον καθένα. Κι εγώ αν ήθελα, ξέρω ένα δρόμο 

 Καπαρέλι-Σάγγα, σου τ’ άρπαζα και το ’σκαγα.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, βάλαμε τις βαλίτσες στο δωμάτιο, πήραμε το κλειδί, 

βγήκαμε έξω.

Μπήκαμε σ’ ένα μαγέρικο, φάγαμε, δε μ’ άφησε να πληρώσω.

Πήγαμε ύστερα στο καφενείο, πάλι δε μ’ άφησε. Το πρωί σηκωθήκαμε, διατάξαμε 

 καφέδες, έκανα να βγάλω λεφτά, τίποτα. Πλήρωσε και τον ύπνο.

Αλλά, του λέω, είναι μπενετάδες τώρα.

Πήγαμε στο σταθμό, και έβγαλα εισιτήριο. Του ’δωσα τη σύστασή μου κι αυτός τη

 δική του, για να ’χουμε αλληλογραφία, σα φίλοι πια που γνωριστήκαμε, φάγαμε, 

 κοιμηθήκαμε μαζί.

Ήρθε το τρένο από το Ανάπλι και χωρίσαμε.

Μπήκα μέσα, κατέβηκα στους Μύλους. Αποκεί πήρα το άλλο για την Τρίπολη. 

Αυτό πήγαινε αργά, είχε παρουσιαστεί μια έλλειψη από κάρβουνο και πάλευε να 

πάει με ξύλα. Τα είχαν κανονίσει έτσι οι σιδεροδρομικοί. Στον ανήφορο της 

 Αντρίτσας μας έπιασε μια ψιχάλα μικρή και η μηχανή άρχισε να καλντίζει. 

Δεν είχε στίμη δυνατή να φύγει και στεκόταν και γλίστραγε πίσω και ροβολάγαμε 

οι επιβάτες να ρίχνουμε χαλίκια στις ρέλες, να ξαναπαίρνει μπροστά. Μέχρι να 

πιάσουμε ίσιωμα μας έβγαλε την ψυχή.

Φτάσαμε στην Τρίπολη βράδυ, τα φώτα είχαν ανάψει. Πήγα κοιμήθηκα τη νύχτα 

στου Δαραίου, το πρωί έφυγα.

Έκοψα πάλι μέσα από τον κάμπο της Μηλιάς, πέρασα το χάνι του Τουνικιώτη κι 

άλλα ψηλότερα.

Έμεινα στο χωριό ένα χρόνο και άρχισα τη θεραπεία.

O γιατρός να καθαρίζει τα τραχώματα με το νυστέρι και να ρίχνει μέσα τα 

 φάρμακα που με τριβόλιζαν.

 

Θ. Βαλτινός, Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο Πρώτο: Αμερική, Άγρα

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

Η δολοφονία του Πολκ- Βασίλης Ραφαηλίδης

  Τίποτα το περίεργο να βρίσκεις πτώματα στους δρόμους και τη θάλασσα της Θεσσαλονίκης αυτή την εποχή (εν. κατά τον εμφύλιο). Στην από παράδοση ελληνική πρωτεύουσα των πολιτικών δολοφονιών που ίσως γι' αυτό τη βαφτίσαμε συμπρωτεύουσα, ένα ακόμα πτώμα δεν είναι παρά ένα ακόμα πτώμα. Όμως το πράγμα αλλάζει όταν το πτώμα ανήκει σε Αμερικανό δημοσιογράφο που κυνηγάει μανιωδώς τη δημοσιογραφική επιτυχία. Όλοι οι σοβαροί δημοσιογράφοι όλου του κόσμου ονειρεύονται μια συνάντηση με τον αρχικαπετάνιο Μάρκο, ώστε να έχουν από πρώτο χέρι τις απόψεις του για μια υπόθεση που βρίσκεται καθημερινά στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων όλου του κόσμου, κι αυτό είναι που δεν θέλουν οι Αμερικανοί. Βέβαια ο Τζωρτζ Πολκ ήταν άνθρωπος προοδευτικός.Όχι πάντως κομμουνιστής, ούτε καν φιλοκομμουνιστής. Και πριν απ΄όλα ήταν ένας ευσυνείδητος δημοσιογράφος, που ήρθε στην Ελλάδα για να συναντήσει τον Μάρκο ως απεσταλμένος ενός αμερικανικού ραδιοφώνου και μιας αμερικανικής εφημερίδας. Μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, τ...