Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις; χρόνια ξενιτεμένος ήρθες με εικόνες που έχεις αναθρέψει κάτω από ξένους ουρανούς μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου Γυρεύω τον παλιό μου κήπο· τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια κι όμως σαν ήμουνα παιδί έπαιζα πάνω στο χορτάρι κάτω από τους μεγάλους ίσκιους κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές ώρα πολλή λαχανιασμένος Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου σιγά σιγά θα συνηθίσεις· θ’ ανηφορίσουμε μαζί στα γνώριμά σου μονοπάτια θα ξαποστάσουμε μαζί κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων σιγά σιγά θα `ρθούν κοντά σου το περιβόλι κι οι πλαγιές σου Γυρεύω το παλιό μου σπίτι με τ’ αψηλά τα παραθύρια σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό γυρεύω την αρχαία κολόνα που κοίταζε ο θαλασσινός. Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη; οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους κι όσο μακριά και να κοιτάξω βλέπω γονατιστούς ανθρώπους λες κάνουνε την προσευχή τους Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς; σιγά σιγά θα συνηθίσεις το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν σε λίγο οι φί...
Παραχωρήσεις και αμοιβαίες απογοητεύσεις. Ανείπωτα έμειναν λόγια αναγκαία να ειπωθούν. Ανείπωτα έπρεπε να μείνουν λόγια που ειπώθηκαν. Κάπως έτσι απομακρύνονται οι φίλκοι. Από την επίπονη ανταπόδοση υποχρέωσης στη διαψευσμένη προσδοκία συμπαράστασης μετ' επιστροφής. Μηνύματα στις γιορτές, ευγενικές αρνήσεις και αναβολές. Φωτοβολίδες τύψεων στην αμηχανία τυχαίων συναντήσεων φωτίζουν λάθη και παραλείψεις ώσπου σβήνουν στην αυτοδικαίωση. Οι φίλοι γίνονται φίλοι απόντες, ενίοτε αγνώμονες, συνεθέστερα φίλοι αδιάφοροι. Για αιτίες άγνωστες ή λόγους γνωστούς, πλην όμως ανομολόγητους. Από κούραση, πλήξη ή αδυναμία. Αθέλητα και συνάμα ηθελημένα. Οικύκλοι ολοκληρώνονται χωρία να χωρούν σε αριστοτελικά τετράγωνα. Θερινό απόγευμα ξενιτεμένο από το κυανό. Εξιχνιάζοντας παιδικές γραφές στα πλακάκια της πλατείας. Μισοσβησμένες ανορθογραφίες του χρόνου. Όπως οι περασμένες φιλίες.