Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη να τους βλέπουμε πού και πού γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω – εκεί έρχεται το μαντάτο τους. Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα όχι γιατί πεθαίνουνε από έμφραγμα ή από καρκίνο αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους λουλούδια τρομερά. Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή πάνε μετά στον οφθαλμίατρο ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά λόγια φοβισμένα κι αόριστα οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται. Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται αποτραβιούνται σπίτι τους ακούγοντας δίσκους παλιούς γράφοντας λίγο όλο και πιο λίγο πράγματα μέτρια. Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται και να κρεμάνε κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο. Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα ...
Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός. Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός μπρος στο κάθε τραπεζάκι. —«Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε»! —Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε; 5 Ένας σου ’δινε ποτήρι κι άλλος σου ’δινεν ελιά. Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελειά. Κι αν σε πείραζε κανένας, —αχ, εκείνος ο Τριβέλας !— έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας. Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά… 10 Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πού ’σαι, νιότη, που ’δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!