Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός. Κι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός μπρος στο κάθε τραπεζάκι. —«Γεια σου, Κωνσταντή βαρβάτε»! —Καλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε; 5 Ένας σου ’δινε ποτήρι κι άλλος σου ’δινεν ελιά. Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελειά. Κι αν σε πείραζε κανένας, —αχ, εκείνος ο Τριβέλας !— έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας. Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά… 10 Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πού ’σαι, νιότη, που ’δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!
Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας; Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ; Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου την έχασα για πράγματα ασήμαντα.