Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Ο Πολύτιμος χρόνος των Ώριμων ή το παιδί με τις καραμέλες- Mario de Andrade (1893 – 1945)-Βραζιλιάνος ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μουσικολόγος

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα … Αισθάνομαι, όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους, που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωϊσμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ, να είμαι μάρτυρας τών ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μ...
Πρόσφατες αναρτήσεις

Ανεμολόγιο -Κώστας Τριπολίτης

  Έβγαλε βρώμα η ιστορία, ότι ξοφλήσαμε, είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα και επιτέλους, σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε, στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα. Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε, άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες, μας κάνουν χάρη, που μας ανέχονται και που γελάσαμε, τώρα δημόσια θα ‘χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες. Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε, είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος, ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος. Δήλωσε η τσούλα η ιστορία, ότι γεράσαμε, τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα, όνειρα ξένα, ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα. Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα, τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο, την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα, την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο. Δήλωσε η τσούλα η ιστορία, ότι ...

Χριστός Ανέστακας-Νίκος Καζαντζάκης

  Κοντεύει να ξημερώσει η μέρα της Λαμπρής. Ο παπα-Καφάτος, μέσα στα βουνά της Κρήτης, τρέχει από χωριό σε χωριό κι ανασταίνει το Χριστό, γρήγορα γρήγορα, γιατί ‘ναι πολλά τα χωριά και δεν έχουν παρά αυτό μονάχα παπά και πρέπει να κάμει Ανάσταση σε όλα πριν ξημερώσει. Ανασκουμπωμένος, φορτωμένος τ’ άμφιά του και το βαρύ ασημένιο Βαγγέλιο, σκαρφαλώνει μέσα στην άγια νύχτα στα κατσάβραχα, τρέχει αγκομαχώντας, φτάνει σ’ ένα χωριό, ανασταίνει και χιμάει ξεγλωσσισμένος σ’ άλλο χωριό. Στο τελευταίο χωριουδάκι, σφηνωμένο μέσα στους βράχους, οι χωριανοί μαζεμένοι στην εκκλησούλα άναψαν τα καντήλια, κουβάλησαν από τη ρεματιά δάφνες και μερτιές και στόλισαν τα κονίσματα και την πόρτα· κρατούν σβητά τα κεριά τους και περιμένουν να ‘ρθει ο Μέγας Λόγος ν’ ανάψουν. Και νά, μέσα στη σιγαλιά ακούστηκε χαλικισμός, σαν άλογο βιαστικό να σκαρφάλωνε την πλαγιά του βουνού και κυλούσαν οι πέτρες. — Έρχεται! Έρχεται! Όλοι πετάχτηκαν έξω· ρόδιζε πιά η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα ...

Νίκος Καζαντζάκης, "Αναφορά στον Γκρέκο". -απόσπασμα

  "Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος, έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες: -Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε. Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι το Χριστό".

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Δον Κιχώτες - Κώστας Καρυωτάκης

  Οι Δον  Κιχώτες  πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα. Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία. 5 Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου, ο  Σάντσος  λέει «δε σ’ το ’λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: « Σάντσο , τ’ άλογό μου!» Έτσι αν το θέλει ο  Θερβαντές , εγώ τούς είδα, μέσα 10 στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα, με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες. Τους είδα πίσω να ’ρθουνε —παράφρονες, ωραίοι ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο— 15 και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει, την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

(“Παράπονο” Οδυσσέας Ελύτης)

  Εδώ στου δρόμου τα μισά           έφτασε η ώρα να το πω Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ           γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα Στ' αληθινά στα ψεύτικα           το λέω και τ' ομολογώ Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ           μες στη ζωή πορεύτηκα Όσο κι αν κανείς προσέχει           όσο κι αν τα κυνηγά Πάντα πάντα θα 'ναι αργά           δεύτερη ζωή δεν έχει. (“Παράπονο” Οδυσσέας Ελύτης) Από τη συλλογή Τα Ρω του έρωτα (1972)