Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Χριστός Ανέστακας-Νίκος Καζαντζάκης

  Κοντεύει να ξημερώσει η μέρα της Λαμπρής. Ο παπα-Καφάτος, μέσα στα βουνά της Κρήτης, τρέχει από χωριό σε χωριό κι ανασταίνει το Χριστό, γρήγορα γρήγορα, γιατί ‘ναι πολλά τα χωριά και δεν έχουν παρά αυτό μονάχα παπά και πρέπει να κάμει Ανάσταση σε όλα πριν ξημερώσει. Ανασκουμπωμένος, φορτωμένος τ’ άμφιά του και το βαρύ ασημένιο Βαγγέλιο, σκαρφαλώνει μέσα στην άγια νύχτα στα κατσάβραχα, τρέχει αγκομαχώντας, φτάνει σ’ ένα χωριό, ανασταίνει και χιμάει ξεγλωσσισμένος σ’ άλλο χωριό. Στο τελευταίο χωριουδάκι, σφηνωμένο μέσα στους βράχους, οι χωριανοί μαζεμένοι στην εκκλησούλα άναψαν τα καντήλια, κουβάλησαν από τη ρεματιά δάφνες και μερτιές και στόλισαν τα κονίσματα και την πόρτα· κρατούν σβητά τα κεριά τους και περιμένουν να ‘ρθει ο Μέγας Λόγος ν’ ανάψουν. Και νά, μέσα στη σιγαλιά ακούστηκε χαλικισμός, σαν άλογο βιαστικό να σκαρφάλωνε την πλαγιά του βουνού και κυλούσαν οι πέτρες. — Έρχεται! Έρχεται! Όλοι πετάχτηκαν έξω· ρόδιζε πιά η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα ...
Πρόσφατες αναρτήσεις

Νίκος Καζαντζάκης, "Αναφορά στον Γκρέκο". -απόσπασμα

  "Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος, έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες: -Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε. Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά. Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι το Χριστό".

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Δον Κιχώτες - Κώστας Καρυωτάκης

  Οι Δον  Κιχώτες  πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα. Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία. 5 Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου, ο  Σάντσος  λέει «δε σ’ το ’λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: « Σάντσο , τ’ άλογό μου!» Έτσι αν το θέλει ο  Θερβαντές , εγώ τούς είδα, μέσα 10 στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα, με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες. Τους είδα πίσω να ’ρθουνε —παράφρονες, ωραίοι ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο— 15 και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει, την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

(“Παράπονο” Οδυσσέας Ελύτης)

  Εδώ στου δρόμου τα μισά           έφτασε η ώρα να το πω Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ           γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα Στ' αληθινά στα ψεύτικα           το λέω και τ' ομολογώ Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ           μες στη ζωή πορεύτηκα Όσο κι αν κανείς προσέχει           όσο κι αν τα κυνηγά Πάντα πάντα θα 'ναι αργά           δεύτερη ζωή δεν έχει. (“Παράπονο” Οδυσσέας Ελύτης) Από τη συλλογή Τα Ρω του έρωτα (1972)

Αθανασία- ΝίκοςΓκάτσος

  Τι ζητάς Aθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά. Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές. Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά. Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς ομορφονιά που δε σε κέρδισε κανείς. Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά. Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές. Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά μα ‘ρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά. Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς ομορφονιά που δε σε κέρδισε κανείς.

ΤΙ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΣΥΜΒΕΙ! – Αντώνης Ανδρουλιδάκης