Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη, όποιος και να ’σαι, όθε και να ’σαι κι ό,τι — άνθρωπος να ’σαι! Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος, φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος! Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου. Σ’ αυτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο. Ήτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κι έξω (έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη) που αράδιασε πά’ στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος, όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλικάρια. Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . Κι είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω. Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα. Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν κι αν κάπου ανάκουστος ...
«Πάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν. Ο νεκρός έζησε, αλλά δεν μπορεί να ξαναζήσει, ούτε να αλλάξει κάτι από τα όσα ήδη έχουν παρέλθει. Η ορφάνια του βίου του είναι ότι, ενώ άλλοτε συμπορευόταν με τη ζωή, ακολουθούσε τις καμπές του χρόνου, είχε την ελευθερία να αναμορφώνει κατά βούληση το νόημα του παρελθόντος, τώρα -νικημένη σκιά καθώς είναι- μένει αμέτοχος. Σαν αδέσποτη μνήμη, η ζωή του παραδίδεται στους άλλους ενώ το μέλλον του ξεριζώνεται τελεσίδικα. Κάθε άνθρωπος χωρίς μέλλον, ήτοι κάθε νεκρός, αποκεφαλίζεται, καταντάει ιστορία στα χείλη των άλλων, αφορμή για ατελεύτητες δηλώσεις και παρεξηγήσεις. Υπάρχει ένας άταφος βιωμένος χρόνος που κληροδοτείται εξ ολοκλήρου ή εξ αδιαιρέτου στους επιζώντες. Το απισχνασμένο κορμί μπορεί να σφαλίστηκε στο μνήμα, αλλά τα πεπραγμένα του βιωμένου χρόνου δεν περιχωρούνται. Είναι απεριχώρητα. Σβήνουν και ανάβουν με το ρυθμό που σβήνουν και ανάβουν τα ίχνη κάθε αδέσποτης ζωής», έγραφε στο «Ζώντες και ...