Διά του οριζοντίου ύψους..... « Μια φορά και έναν καιρό, πλάι σε ένα πανύψηλο υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις μύτες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτή τη γυμναστική, για μέρες μετά την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: “Δεν γνωρίζετε τι χάνετε αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμα πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θ...
“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη, ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια, η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη. Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια. Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη· κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι, στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι. Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται. Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους! Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται. Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι. Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι, Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι· Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”