«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα … Αισθάνομαι, όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους, που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωϊσμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ, να είμαι μάρτυρας τών ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μ...
Έβγαλε βρώμα η ιστορία, ότι ξοφλήσαμε, είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα και επιτέλους, σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε, στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα. Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε, άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες, μας κάνουν χάρη, που μας ανέχονται και που γελάσαμε, τώρα δημόσια θα ‘χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες. Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε, είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος, ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος. Δήλωσε η τσούλα η ιστορία, ότι γεράσαμε, τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα, όνειρα ξένα, ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα. Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα, τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο, την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα, την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο. Δήλωσε η τσούλα η ιστορία, ότι ...