. ..Πήρε τη μαγκούρα του, πετάχτηκε έξω. Γλυκιά η νύχτα, ήσυχη, όπως όλες οι νύχτες που έρχουνται ύστερα από τους πολέμους και τις σφαγές των ανθρώπων. Τ’ άστρα είχαν χαμηλώσει απόψε, έτσι φάνηκε του παπα-Γιάνναρου, κρέμουνταν σαν καντήλια στο μαύρον αέρα του Θεού. «Ας είναι καλά ο ύπνος», συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος, «μας φέρνει ό,τι ο ξύπνος μας αρνιέται.» Στην καρδιά του παπα-Γιάνναρου ξαφνικά γλυκό αγεράκι είχε φυσήξει, το μέλι του ονείρου στάλαζε ακόμα στο σπλάχνο του. Να ‘ταν, λέει, αλήθεια αυτό που νειρεύτηκε, να ‘ταν, λέει, τέτοια η Δευτέρα Παρουσία! Έλεος, έλεος, όχι δικαιοσύνη! Δεν αντέχει ο κακομοίρης ο άνθρωπος στη δικαιοσύνη· αδύναμος είναι, καλή πολύ και νόστιμη του φαίνεται η αμαρτία, κι οι εντολές του Θεού βαριές· καλή ‘ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους· ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος… Μπήκε στο περιαύλι της εκκλησίας, σα να του φάνηκε πως από κει είχε ακουστεί το αγκομαχητό του ανθρώπου. Δρασκέλισε παλιούς τάφους, εδώ, στο περιαύλι, θάβου...
κι αν δεν νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα