Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη, όποιος και να ’σαι, όθε και να ’σαι κι ό,τι — άνθρωπος να ’σαι! Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος, φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος! Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου. Σ’ αυτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο. Ήτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κι έξω (έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη) που αράδιασε πά’ στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος, όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλικάρια. Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . Κι είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κι έξω. Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα. Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν κι αν κάπου ανάκουστος ...
κι αν δεν νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα