Γ. Μαυρή -Ιουλιανά 1965. O «ελληνικός Μάης του ‘68» H σημασία των Ιουλιανών γεγονότων για τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία
«Που πάμε, λοιπόν, με ένα πολίτευμα ραγισμένο,
μ’ έναν πολιτικό κόσμο μειωμένο […];»
(Γιώργος Θεοτοκάς, H Εθνική Κρίση,
Aθήνα: Θεμέλιο, 1966, σ.23).
Tα «Iουλιανά» γεγονότα του 1965 αποτελούν κορυφαίο ιστορικό γεγονός του σύγχρονου ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, και βασική καμπή στη μετεμφυλιακή ιστορία του. Οι εξελίξεις που πυροδότησαν, δεν επηρέασαν μόνον άμεσα τις τάσεις της προδικτατορικής πολιτικής σκηνής, στην πορεία προς την επιβολή της δικτατορίας (1965-1967), αλλά και, μακροπρόθεσμα, τη δομή του μεταπολιτευτικού πολιτικού καθεστώτος. Ωστόσο, παρά τη ιδιαίτερη σημασία τους δεν έχουν αποτελέσει, στην έκταση που αρμόζει, αντικείμενο θεωρητικής διερεύνησης. Αντίθετα, παραμένουν μια ιστορία μάλλον απωθημένη ή και παραχαραγμένη. Η επικρατούσα φιλολογία, άλλοτε φορτίζει ηθικιστικά το γεγονός, περιορίζοντάς το μόνο στην επιφάνεια, δηλαδή την αφορμή (που υπήρξε στην πραγματικότητα η αποστασία: «Αποστασία = Προδοσία»), άλλοτε διατηρεί τη σύγχυση, προσωποποιώντας τις αντιθέσεις στα πρόσωπα του «δράματος» ή αποδεχόμενη το μύθο της «προβοκάτσιας».
Tα «Ιουλιανά» σηματοδότησαν τη μεγαλύτερη έκρηξη της ελληνικής κοινωνίας, μετά την εαμική εμπειρία της κατοχής. Εντάσσονται οργανικά και συντονίζονται με τον κύκλο ανάπτυξης των κοινωνικών αγώνων που σημειώθηκε, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, κατά τη δεύτερη μεταπολεμική δεκαετία, αγώνων που συμβολικά έχουν καταγραφεί στο «’68», σημείο κορύφωσης της παγκόσμιας έκρηξης. Εντούτοις, δεν περιλαμβάνονται συνήθως στις αναφορές για το ’68. Υπάρχει επιφανειακά ένας λόγος: η διαφορά των συνθημάτων. Στα Ιουλιανά, δεν τέθηκε θέμα «σοσιαλισμού», «επανάστασης» ή «εργατικής εξουσίας». Τέθηκε θέμα «Μοναρχίας και Δημοκρατίας», «αποκατάστασης του κοινοβουλευτισμού». H διαφορά λοιπόν από το ευρωπαϊκό ή το παγκόσμιο ’68, θα υποστήριζαν πολλοί, είναι σαφής και ο παραλληλισμός ατυχής.
Όμως, τα Ιουλιανά είναι η μοναδική μορφή που θα μπορούσε να πάρει (και πήρε) μια επαναστατική έκρηξη στη μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία. Είναι το χρεωστούμενο μιας ηττημένης επανάστασης, της ΕΑΜικής και των αντιθέσεων που συσσωρεύτηκαν και οξύνθηκαν στην ελληνική κοινωνία –δημιουργώντας μια εκρηκτική συγχώνευση– επί μια δεκαπενταετία μετά τον εμφύλιο πόλεμο. H αναγκαστική διαφορά που εμφανίζεται, συγκριτικά με τις αντίστοιχες κοινωνικές εντάσεις που εκδηλώνονται σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, κατά τη δεκαετία αυτή, δεν οφείλεται σε κάποια δήθεν «υπανάπτυξη» του ελληνικού καπιταλισμού, στην ταξική «ασάφεια» της ελληνικής κοινωνίας, στην «καθυστέρηση» του πολιτικού συστήματος, κ.λπ. Είναι προϊόν και ιστορικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης έκβασης της πάλης των τάξεων που διεξάχθηκε στον κοινωνικό σχηματισμό, δηλαδή της νίκης των κυρίαρχων τάξεων-συντριβής του ΕΑΜικού λαϊκού μπλοκ και της επιβολής μιας έκτακτης μορφής αστικού κράτους, «μη-κανονικής», με ενισχυμένο το ρόλο του στρατού.[1]
Στην Ελλάδα συντελέσθηκε, κατά τη διάρκεια της κατοχής, μια κοινωνική επανάσταση. Mε το EAM τέθηκε ζήτημα εξουσίας. Αυτή η προοπτική, ακυρώθηκε με τη συντριβή των κυριαρχούμενων τάξεων στον εμφύλιο. Mια δεκαετία, σχεδόν, θα διαρκέσει η «αντεπαναστατική» περίοδος που ακολούθησε. H δεκαετία του ’60, όμως, θα είναι διαφορετική. Δεκαπέντε, μόλις, χρόνια χρειάστηκαν για να αποδειχθεί εκείνο που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε αναγνωρίσει επιγραμματικά, ότι δηλαδή η νίκη που συντελείται με τα όπλα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και «ηθική» (πολιτική-ιδεολογική) νίκη. Και η ήττα που οφείλεται στα όπλα δεν σημαίνει πάντοτε «ηθική» (πολιτική-ιδεολογική) ήττα.
H ταξική κυριαρχία που επιβλήθηκε, δεν ξεπέρασε ποτέ τον αδύναμό της χαρακτήρα. H μετεμφυλιακή ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων αποδείχθηκε ασταθής και υπονομευμένη. Σε μια συζήτηση για την κρίση εξουσίας στην Ελλάδα, που διοργανώνει το 1975 το περιοδικό Aντί, ο Νίκος Πουλαντζάς θα παρατηρήσει:
«Στην Ελλάδα […] η άρχουσα τάξη μπορεί να κατάφερε να σιωπήσουν οι αρχόμενοι, αλλά δεν κατάφερε αυτό που έγινε στη Γαλλία, τη Γερμανία, π.χ., κ.λπ., να επιβάλει το λόγο της. Εκείνο που χαρακτηρίζει τις αρχόμενες τάξεις εδώ στην Ελλάδα είναι όχι το ότι εκφράζονται με το λόγο της άρχουσας τάξης, αλλά ότι δεν εκφράζονται καν. Δεν έχουν λόγο. Στη Γαλλία π.χ. υπάρχει ένας λόγος της κυρίαρχης τάξης που γίνεται κατανοητός. Εδώ πέρα είναι τέτοιο το χάσμα, –και αποτελεί και αυτό μία κρίση της κυρίαρχης ιδεολογίας– ώστε δεν κατάφερε ποτέ η ιδεολογία αυτή να γίνει ηγεμονική, διότι δεν κατάφερε να επιβάλει το λόγο της ποτέ».[2]
Η κρίση-ανυπαρξία αστικής ηγεμονικής ιδεολογίας, ικανής να ενσωματώσει τις ηττημένες λαϊκές τάξεις, μετά από τη στρατιωτική τους συντριβή, είναι η άλλη όψη του «κουτσουρεμένου» (υπό όρους) μετεμφυλιακού κοινοβουλευτισμού και της ανυπαρξίας «κανονικών» θεσμών αντιπροσώπευσης, (μαζικών αστικών κομμάτων και συνδικάτων).
Για τον ερευνητή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, που έχει υπόψη του τις κοινωνικές προϋποθέσεις, η εκδήλωση των Ιουλιανών γεγονότων δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η κοινωνική κρίση ωριμάζει εδώ και καιρό. Στη διαδικασία ανασύνταξης του ΕΑΜογενούς λαϊκού μπλοκ, οι εκλογές του 1958 θα αποδειχθούν κομβικές. Αποτελούν την απαρχή και ένα σαφή οιωνό, για την πολιτική εξέλιξη που θα ακολουθήσει. Ένα γράμμα που απευθύνει, μετά από αυτές, ο Σεραφείμ Μάξιμος στην ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος (σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθεί μαζί της), μέλλει να αποδειχθεί προφητικό:
«Oι μάζες του Έθνους στέκουνται πολύ πέρα από ό,τι το επίσημο κράτος προστάζει και από ό,τι η νομιμότητα παρέχει ως κάτι το δυνατό. Σε μια χώρα όπου ύστερα από 8 χρόνων εμφύλιους πολέμους το επαναστατικό κόμμα συγκεντρώνει το 25% των ψήφων δεν είναι καθόλου φαντασίωση να υποθέσει κανείς ή να προβλέψει ότι με μια ανασύνταξη και διεύρυνση των πλαισίων αυτό το 25% μπορεί να γίνει 40 ή και περισσότερο […] Όμως επειδή οι συσχετισμοί των δυνάμεων ταξικά παρμένοι δίνουν άλλες δυνατότητες ημπορεί η ίδια αυτή πολιτική: Για τη συνταγματική νομιμότητα […] να φέρει στο προσκήνιο δυνάμεις τέτοιας σύνθεσης και τέτοιας ανομοιογένειας ώστε να μας φέρει και πάλι μπροστά στην εξουσία».[3]
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ανάκαμψη της αριστεράς και η άνοδος των κοινωνικών αγώνων, προκαλεί την αντίδραση των κυρίαρχων τάξεων. Αυτή εκδηλώνεται με τη «στρατηγική της έντασης», αμέσως μετά τις εκλογές του 1958. Η στρατηγική περιλαμβάνει την επανενεργοποίηση των παρακρατικών οργανώσεων, την οργάνωση της κρατικής προπαγάνδας, την ίδρυση της Ένωσης Κέντρου, ως αστικής εναλλακτικής λύσης, την εφαρμογή του σχεδίου «Περικλής» για άσκηση βίας και νοθείας στις Βουλευτικές εκλογές του 1961, τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και την βομβιστική προβοκάτσια στην επέτειο εορτασμού στο Γοργοπόταμο. Μετά την εντυπωσιακή εκλογική νίκη της ΕΚ, τον Φεβρουάριο του 1964, θα ενταθεί με την εκστρατεία για την ανατροπή της κυβέρνησής της, που θα επιτευχθεί με το βασιλικό πραξικόπημα και την Αποστασία, τον Ιούλιο του 1965.
Η κλιμάκωση της κοινωνικής και πολιτικής έντασης, που διαμορφώνεται σταδιακά στην Ελλάδα μετά το ’60, βρίσκει το σημείο κορύφωσής της στα Ιουλιανά. Στα μέσα της δεκαετίας, έχουν συσσωρευτεί όλες οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις της έκρηξης. Η διατήρηση των συνθηκών εξαθλίωσης ευρύτατων στρωμάτων, παρά την εκτονωτική δικλείδα της μετανάστευσης, προδικάζει ότι το κοινωνικό υπέδαφος είναι ώριμο. Υπάρχει, αφ’ ετέρου, η ιστορική ιδεολογική προϋπόθεση της ΕΑΜικής τομής. Οι εμπειρίες των περίφημων «70 ημερών» θα αποτελέσουν «αναβίωση» μιας άλλης εποχής και θα ξαναφέρουν στην επιφάνεια όλον τον αγωνιστικό-ενωτικό πλούτο της κατοχικής εποχής.[4]
Υπάρχει, τέλος και η πολιτική προϋπόθεση: η δομή του μετεμφυλιακού κράτους, που εξηγεί με τη σειρά της τις ιδιαίτερες μορφές που έλαβε η επαναστατική έκρηξη των Ιουλιανών. H διαφορά που εμφανίζει η μορφή του μετεμφυλιακού κράτους στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τις δυτικές αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, έχει ως αποτέλεσμα να προκληθούν σε αυτό, μεγαλύτεροι τριγμοί και ρωγμές από ό,τι ενδεχόμενα θα προκαλούσε μια κρίση της «ίδιας έντασης» –ας επιτραπεί η αυθαιρεσία– σε κάποιο άλλο δυτικό πολιτικό σύστημα.
H συγκεκριμένη, πολιτικοποιημένη και ανελαστική-αυταρχική μορφή του «Kράτους των εθνικοφρόνων» που οικοδομήθηκε, όχι μόνον δεν στάθηκε ικανή να αποφύγει την άμεση πολιτικοποίηση των νέων κοινωνικών αγώνων που ξεσπούν, αλλά θα συνεισφέρει καθοριστικά σ’ αυτήν. Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του δεν θα μπορέσουν να τους απορροφήσουν. Δεν θα καταστεί δυνατό να καναλιζαριστεί η ένταση που κυοφορείται. Επιπρόσθετα, το καλοκαίρι του 1965, η συγκεκριμένη μορφή του κράτους, ελλείψει μηχανισμών αντιπροσώπευσης-ενσωμάτωσης, αφήνει έδαφος, για να εκδηλωθεί αδιαμεσολάβητη η έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων και η δράση των μαζών.
Για αυτούς τους λόγους, τα Ιουλιανά θα σηματοδοτήσουν την «κατά μέτωπο» ρήξη των κυριαρχούμενων τάξεων με τη συγκεκριμένη μορφή που εμφανίζει η προδικτατορική δομή της κρατικής εξουσίας. Θα εγγράψουν την τάση ανατροπής της, πρωταρχικά την κατάργηση της Μοναρχίας. Εδώ έγκειται και η δυναμική των Ιουλιανών γεγονότων. Το καθεστωτικό, δηλαδή ο αντιμοναρχικός αγώνας, αποτελούν την αιχμή της κοινωνικής διαμαρτυρίας. H κατάργηση της Μοναρχίας, με όρους λαϊκής κινητοποίησης, ήταν μια ορατή και ιστορικά πιθανή εξέλιξη. Επιβεβαιώθηκε, άλλωστε, με όσα ακολούθησαν και επικυρώθηκε τυπικά, εννέα χρόνια μετά, στο δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974.[5] Μέσα όμως στη διαμορφωμένη, μετεμφυλιακά, δομή εξουσίας, το σύνθημα ανατροπής της Μοναρχίας αποκτά -ανεξάρτητα από τη βούληση και τις αντιλήψεις των δρώντων κοινωνικών υποκειμένων- «επαναστατικό» περιεχόμενο. Δεν είναι δύσκολα κατανοητό, γιατί η υλοποίησή του, κάτω από τους όρους μιας αντιπαράθεσης με τις καθεστωτικές δυνάμεις, θα προσέδιδε ασφαλώς διαφορετική δυναμική στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στην Ελλάδα. Αυτή η ανεξέλεγκτη δυναμική του αντιμοναρχικού αγώνα, κάθε άλλο παρά δυσδιάκριτη ή μακρινή φαινόταν.
Το ιστορικό «παράδοξο» με τα Ιουλιανά είναι, ότι η επιβολή του κράτους δικαίου και η κατάργηση του «έκτακτου» εμφυλιακού νομικού οπλοστασίου, η κατάργηση της Μοναρχίας, ο περιορισμός του πολιτικού ρόλου του στρατού και η πειθάρχησή του στην κοινοβουλευτική νομιμότητα, ο περιορισμός της επιρροής του αμερικάνικου παράγοντα, κ.λπ., όλα δηλαδή τα βασικά αιτήματα του εκδημοκρατισμού που τέθηκαν σε εκείνη τη συγκυρία δεν θα υλοποιηθούν τότε, αλλά αργότερα, στη Μεταπολίτευση, μετά από την κυπριακή καταστροφή.
Τώρα όμως πια, θα πραγματοποιηθούν χωρίς την ενεργό παρουσία των μαζών, «από τα πάνω», ως πολιτική γραμμή των κυρίαρχων τάξεων. Οι πολιτικές διεκδικήσεις των Ιουλιανών θα γίνουν πραγματικότητα, όχι σε ρήξη με τις δυνάμεις του καθεστώτος, αλλά υπαγμένες πλέον σε ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο, εκείνο του «αστικού εκσυγχρονισμού», που θα επιβάλλει τώρα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Γιώργος Κατηφόρης περιγράφει το καθεστώς που επικρατεί στην Ελλάδα στην περίοδο 1945-1967, με τον όρο «ατελής δικτατορία», ενώ ο Φοίβος Γρηγοριάδης ως «βασιλευόμενη στρατοκρατία» και ο Θανάσης Ξηρός ως «κηδεμονευόμενο και προκρούστειο κοινοβουλευτισμό». Διαφορετικός είναι ο όρος «καχεκτική δημοκρατία», που χρησιμοποιεί ο Ηλίας Νικολακόπουλος ως τίτλο στο ομώνυμο βιβλίο του. Βλέπε σχετικά, Γιώργος Κατηφόρης, Η Νομοθεσία των Βαρβάρων (Αθήνα: Θεμέλιο, 1975), 54· Φοίβος Γρηγοριάδης, Βασιλευόμενη Στρατοκρατία (Αθήνα: Νεόκοσμος, 1976)· Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα: Πατάκης, 2001)· Θανάσης Ξηρός, Κηδεμονευόμενος και Προκρούστειος Κοινοβουλευτισμός. Από το Σύνταγμα του 1952 στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών (Αθήνα: Σαββάλας, 2008).
[2] «Οι: Γιώργος Βέλτσος, Κώστας Βεργόπουλος, Νίκος Πουλαντζάς, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και το “Αντί” συζητούν για την κρίση εξουσίας στην Ελλάδα», περιοδικό Aντί, τχ. 24, 2 Αυγούστου, 1975, σ. 34.
[3] Γράμμα προς την KE του KKE, 1959, περιοδικό Αντί, τχ.75, Σάββατο 9 Ιουλίου 1977, σ. 36. Διατίθεται διαδικτυακά στη διεύθυνση: http://pandemos.panteion.gr/index.php?lang=el&op=record&type &q&page=0&pid=cid:486 .
[4] Βλέπε σχετικά με την έκταση και τις μορφές που έλαβε η κοινωνική διαμαρτυρία στα Ιουλιανά, Κωνσταντίνος Λαμπράκης, Εμποδίζοντας την Αποστασία. Ιουλιανά 1965: Κοινωνική Διαμαρτυρία και Αριστερά (Αθήνα: Τόπος, 2025).
[5] Γιάννης Μαυρής, «Το τέλος της ελληνικής Μοναρχίας. Το Δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 – 50 χρόνια μετά», 8 Δεκεμβρίου, 2024.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου