Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα χρόνος

Εν μέση οδώ -Θεοφάνης Τάσης (ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΙΑ)

  Παραχωρήσεις και αμοιβαίες απογοητεύσεις. Ανείπωτα έμειναν λόγια αναγκαία να ειπωθούν. Ανείπωτα έπρεπε να μείνουν λόγια που ειπώθηκαν. Κάπως έτσι απομακρύνονται οι φίλκοι. Από την επίπονη ανταπόδοση υποχρέωσης στη διαψευσμένη προσδοκία συμπαράστασης μετ' επιστροφής. Μηνύματα στις γιορτές, ευγενικές αρνήσεις και αναβολές. Φωτοβολίδες τύψεων στην αμηχανία τυχαίων συναντήσεων φωτίζουν λάθη και παραλείψεις ώσπου σβήνουν στην αυτοδικαίωση. Οι φίλοι γίνονται φίλοι απόντες, ενίοτε αγνώμονες, συνεθέστερα φίλοι αδιάφοροι. Για αιτίες άγνωστες ή λόγους γνωστούς, πλην όμως ανομολόγητους. Από κούραση, πλήξη ή αδυναμία. Αθέλητα και συνάμα ηθελημένα. Οικύκλοι ολοκληρώνονται χωρία να χωρούν σε αριστοτελικά τετράγωνα. Θερινό απόγευμα ξενιτεμένο από το κυανό. Εξιχνιάζοντας παιδικές γραφές στα πλακάκια της πλατείας. Μισοσβησμένες ανορθογραφίες του χρόνου. Όπως οι περασμένες φιλίες.

Κεριά - Κωνσταντίνος Καβάφης

  Κεριά Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας   σα μια σειρά κεράκια αναμμένα — χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,       μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·   τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,   κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά. Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,   και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.   Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά. Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω   τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,   τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

ΑΜΝΗΣΙΑ Μιχάλης Γκανάς

   ΑΜΝΗΣΙΑ Μιχάλης Γκανάς Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα σβήνει την προηγούμενη και πάει. Άλλοτε σβήνει την επόμενη, καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.   Βροχές θυμάμαι και πουλιά και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.   Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου, τα φοβερά καθέκαστα της επομένης, και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά, με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω, για να προλάβω τις παραγγελίες.   Χιόνια θυμάμαι και βουνά και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.   Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου, πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι. Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες, δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους. Γριές και γέροι και παιδιά, μεσήλικες θλιμμένοι.   Μάτια θυμάμαι και φωνές, πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.