"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση.
Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν;
Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση
"αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!",
"αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!".
"αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!".
Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση:
"είσαι αυτός που μ' έφερε στον κόσμο και μου έχεις λείψει τόσο πολύ. Όταν έρθει η ώρα μου θα έρθω κι εγώ. Ως τότε για να σε τιμήσω θα ζήσω τη ζωή μου με νόημα".
Και τότε χαμογελαστοί και ικανοποιημένοι οι γονείς και όλοι "οι πριν από μας" μπορούν κι αυτοί να φύγουν ήσυχοι.
Κι' ύστερα αυτό το μικρό παιδί, που ζει πάντα μέσα μας, σταματά επιτέλους να νοσταλγεί τους νεκρούς προγόνους του, σταματά να τους μέμφεται ή να τους αγιοποιεί και σαν ενήλικος εαυτός είναι διαθέσιμος πια να ζήσει τη δικιά του ζωή.
Μάλλον, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους, έτσι και οι κοινωνίες δεν ενηλικιώνονται όταν ξεχνούν τους «νεκρούς γονείς» τους, αλλά όταν παύουν να τους ζητούν διαρκώς άδεια για να ζήσουν.
Όταν παύουν να εγκλωβίζονται είτε στη νοσταλγία είτε στην άρνηση του παρελθόντος τους.
Όταν μπορούν να πουν, χωρίς φόβο και χωρίς ύβρη: σας κουβαλάμε μέσα μας, αλλά δεν θα ζήσουμε αντί για εσάς - θα ζήσουμε με ευθύνη απέναντί σας.
Μια κοινωνία που δεν έχει πενθήσει ώριμα τις ήττες, τις απώλειες, τις διαψεύσεις και τα τραύματά της, μένει αιώνια παιδική: αναζητά προστάτες, σωτήρες, μεσσίες. Φοβάται την ελευθερία, αναπαράγει τον διχασμό και την εξάρτηση.
Αντίθετα, μια κοινωνία που έχει συμφιλιωθεί με τους «νεκρούς γονείς» της -με την ιστορία της, τις γενιές που προηγήθηκαν, τα λάθη και τις θυσίες τους- μπορεί να σταθεί όρθια χωρίς δεκανίκια.
Η πολιτική ωρίμανση, δηλαδή, δεν είναι άρνηση της μνήμης. Είναι ανάληψη ευθύνης. Είναι η στιγμή που μια κοινωνία παύει να λέει «φταίνε οι άλλοι» και αρχίζει να λέει «μας αναλογεί».
Που δεν περιμένει να σωθεί, αλλά οργανώνεται για να ζήσει με νόημα. Που δεν μεταβιβάζει το βάρος της ιστορίας ούτε στους νεκρούς ούτε στους επόμενους, αλλά το σηκώνει η ίδια.
Ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο βαθύ πολιτικό καθήκον της εποχής μας:
να γίνουμε οι ενήλικοι μιας κοινωνίας που για καιρό την ανάγκασαν να μείνει "παιδί".
Να τιμήσουμε όσους μας έφεραν εδώ, όχι με αγιοποιήσεις ή εμφυλιοπολεμικές αφηγήσεις, αλλά με μια ζωή συλλογική που να αξίζει να συνεχιστεί.
Και τότε -όπως συμβαίνει και στην ανθρώπινη ψυχή- το παρελθόν μπορεί να αναπαυθεί και το μέλλον να ανοίξει.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου