Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἕνας γέρος Κωνσταντίνος Καβάφης 1897

 


 Στοῦ καφενείου τοῦ βοεροῦ τὸ μέσα μέρος

 σκυμένος στὸ τραπέζι κάθετ' ἕνας γέρος ˚ 

μὲ μίαν ἐφημερίδα ἐμπρός του, χωρὶς συντροφιά. 

Καὶ μὲς στῶν ἄθλιων γηρατειῶν τὴν καταφρόνεια

 σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τὰ χρόνια 

ποῦ εἶχε καὶ δύναμι, καὶ λόγο, κ' ἐμορφιά. 

Ξέρει ποὺ γέρασε πολύ ˚ τὸ νοιώθει, τὸ κυττάζει. 

Κ' ἐν τούτοις ὁ καιρὸς ποὺ ἦταν νέος μοιάζει σὰν χθές. 

Τί διάστημα μικρό, τί διάστημα μικρό. 

Καὶ συλλογιέται ἡ Φρόνησις πὼς τὸν ἐγέλα ˚ 

καὶ πὼς τὴν ἐμπιστεύονταν πάντα - τί τρέλλα! 

- τὴν ψεύτρα ποὺ ἔλεγε ˚ "Αὔριο. Ἔχεις πολὺν καιρό."

 Θυμᾶται ὁρμὲς ποὺ βάσταγε ˚ καὶ πόση χαρὰ θυσίαζε. 

Τὴν ἄμυαλή του γνῶσι κάθ' εὐκαιρία χαμένη τώρα τὴν ἐμπαίζει. ..

Μὰ ἀπ' τὸ πολὺ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε.

 Κι ἀποκοιμᾶται στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: «Οι δωσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν, στελέχωσαν τον κρα...

Λαός- Γιάννης Ρίτσος

  Μικρός λαός και πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι. Κάτω απ' τη γλώσσα του κρατεί τους βόγκους και τα ζήτω κι αν κάνει πως τα τραγουδεί ραγίζουν τα λιθάρια.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.