Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Θάνατε, δε σε φοβούμαι (απόσπασμα από Αδελφοφάδες- Νίκος Καζαντζάκης)

 


...Πήρε τη μαγκούρα του, πετάχτηκε έξω. Γλυκιά η νύχτα, ήσυχη, όπως όλες οι νύχτες που έρχουνται ύστερα από τους πολέμους και τις σφαγές των ανθρώπων. Τ’ άστρα είχαν χαμηλώσει απόψε, έτσι φάνηκε του παπα-Γιάνναρου, κρέμουνταν σαν καντήλια στο μαύρον αέρα του Θεού. «Ας είναι καλά ο ύπνος», συλλογίστηκε ο παπα-Γιάνναρος, «μας φέρνει ό,τι ο ξύπνος μας αρνιέται.» Στην καρδιά του παπα-Γιάνναρου ξαφνικά γλυκό αγεράκι είχε φυσήξει, το μέλι του ονείρου στάλαζε ακόμα στο σπλάχνο του. Να ‘ταν, λέει, αλήθεια αυτό που νειρεύτηκε, να ‘ταν, λέει, τέτοια η Δευτέρα Παρουσία! Έλεος, έλεος, όχι δικαιοσύνη! Δεν αντέχει ο κακομοίρης ο άνθρωπος στη δικαιοσύνη· αδύναμος είναι, καλή πολύ και νόστιμη του φαίνεται η αμαρτία, κι οι εντολές του Θεού βαριές· καλή ‘ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους· ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος…
Μπήκε στο περιαύλι της εκκλησίας, σα να του φάνηκε πως από κει είχε ακουστεί το αγκομαχητό του ανθρώπου. Δρασκέλισε παλιούς τάφους, εδώ, στο περιαύλι, θάβουνταν, από παλιά συνήθεια, οι παπάδες του χωριού. Εδώ είχε σκάψει κι αυτός, με τα χέρια του τον τάφο, πελέκησε ταφόπετρα και χάραξε απάνω της με κεφαλαία γράμματα, βαμμένα με κόκκινη μπογιά, τούτα τα λόγια: ΘΑΝΑΤΕ, ΔΕ ΣΕ ΦΟΒΟΥΜΑΙ! Στάθηκε μια στιγμή πάνω από τον τάφο του ο παπα-Γιάνναρος, χαρούμενος. «Θάνατε, δε σε φοβούμαι!» μουρμούρισε, κι ένιωσε απότομα μέσα στο νου του πως είναι λεύτερος. Τί θα πει λεύτερος; Αυτός που δε φοβάται το θάνατο. Χάδεψε ο παπα-Γιάνναρος τα γένια του ευχαριστημένος. «Θεέ μου», συλλογίστηκε, «υπάρχει μεγαλύτερη χαρά στον κόσμο, να μη φοβάσαι το θάνατο; Όχι, δεν υπάρχει.» […]
— Φοβάσαι το θάνατο, παπα-Γιάνναρε;
Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε.
— Όχι, είπε.
— Το λοιπόν;
Ο παπα-Γιάνναρος δεν αποκρίθηκε· ήθελε να πει τον φοβόταν το θάνατο, δεν τον ήθελε, μα όταν έπαιρνε τους νέους απάνω στον ανθό τους και δεν τους έδινε καιρό να δέσουν, να κάμουν καρπό· μα δε μίλησε.
— Κι εγώ μια φορά τον φοβόμουν, γέροντα· όταν ήμουν πιο νέος. Μα ένας άγιος ασκητής μου ‘πε μια μέρα ένα λόγο, κι από τότε πια φίλιωσα με το θάνατο.
— Ποιό λόγο; Θέλω κι εγώ να τον ακούσω.
— «Το σημείο, όπου ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο, λέγεται θάνατος», να, αυτό μου ‘πε.

Σχόλια