ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ ΜΟΝΕΣ
Κάποτε ένα παιδί δεν μεγάλωνε μόνο μέσα στην αγκαλιά μιας μάνας. Μεγάλωνε μέσα σε μια ολόκληρη κοινότητα σωμάτων, βλεμμάτων και φωνών. Υπήρχαν γιαγιάδες που νανούριζαν χωρίς να είναι «υπεύθυνες». Γείτονες που ήξεραν το όνομα του παιδιού πριν μάθει το ίδιο να το προφέρει. Θείοι, φίλοι, αυλές, μυρωδιές από κουζίνες, γυναίκες που κρατούσαν λίγο το παιδί για να μπορέσει η μάνα να ανασάνει.
Η μητρότητα τότε δεν ήταν ατομικό επίτευγμα. Ήταν μια μορφή συλλογικής φροντίδας. Το παιδί ανήκε κάπως σε όλους. Ήταν εκεί οι "κοινωνικοί γονείς" και τα 'κοινωνικά αδέλφια" του, όπως λέει ο Murray Bookchin. Και γι’ αυτό η μάνα δεν ήταν μόνη απέναντι στην εξάντληση, στον φόβο, στην αγρύπνια.
Σήμερα ζητάμε συχνά από μία μόνο γυναίκα να γίνει τα πάντα.
Μάνα. Σύντροφος. Εργαζόμενη. Ψυχολόγος. Παιδαγωγός.
Διαρκώς διαθέσιμη. Διαρκώς τρυφερή. Διαρκώς λειτουργική. Σταθερός απορροφητήρας των συναισθηματικών κραδασμών ενός ολόκληρου συστήματος. Ένα αμορτισέρ για ένα ολόκληρο σύστημα οδύνης. Σαν να μετατρέψαμε τη μητρότητα από κοινό βίωμα σε ατομική υποχρέωση/απαίτηση υψηλής απόδοσης.
Και κάπως έτσι πολλές μητέρες κουβαλούν σήμερα μόνες τους ένα βάρος που κάποτε το σήκωνε ολόκληρο χωριό. Ίσως γι’ αυτό υπάρχει τόση σιωπηλή ενοχή και τόση εξάντληση. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να μεγαλώνει μόνος έναν άλλο άνθρωπο. Το παιδί χρειάζεται μια αγκαλιά, αλλά η αγκαλιά χρειάζεται κι εκείνη άλλες αγκαλιές γύρω της.
Ίσως τελικά η βαθύτερη κρίση της εποχής μας να μην είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Ίσως να είναι ότι χάσαμε σιγά σιγά τις κοινότητες φροντίδας. Και αφήσαμε τη μάνα μόνη, εκεί όπου κάποτε υπήρχε ολόκληρος κόσμος γύρω της.
Κι ίσως η πιο αθέατη συνέπεια αυτής της απώλειας να είναι πως το παιδί μεγαλώνει σήμερα μέσα σε μια σιωπηλή πείνα σχέσης. Όχι απαραίτητα επειδή η μάνα δεν αγαπά. Αλλά επειδή κανένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να χωρέσει όλες τις ανάγκες μιας αναπτυσσόμενης ψυχής.
Κάποτε το παιδί είχε πολλαπλές πηγές καθρεφτίσματος και ασφάλειας. Πολλά βλέμματα να το βλέπουν. Πολλά χέρια να το κρατούν. Πολλές παρουσίες να απορροφούν λίγο από τον φόβο, την ένταση, τη μοναξιά του.
Σήμερα όμως συχνά ένα παιδί μεγαλώνει σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο ψυχικό εύρος δύο εξαντλημένων ανθρώπων - ή και ενός μόνο. Και τότε η παραμικρή έλλειψη διογκώνεται. Η απουσία γίνεται εγκατάλειψη. Η κόπωση γίνεται απόρριψη. Η σιωπή γίνεται αίσθηση ότι «κάτι δεν αξίζει μέσα μου για να με δουν».
Όχι γιατί οι γονείς είναι «κακοί». Αλλά γιατί το ανθρώπινο νευρικό σύστημα δεν φτιάχτηκε για τόσο λίγη κοινότητα. Κι' αυτό που ονομάζουμε σήμερα τραύμα είναι πολλές φορές ακριβώς αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία ανεκπλήρωτων σχεσιακών αναγκών. Η έλλειψη εκείνης της σταθερής αίσθησης πως:
«Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι για να με κρατήσουν όταν καταρρέω.» Και τότε το παιδί αναγκάζεται να ωριμάσει πρόωρα.
Να αυτορυθμιστεί μόνο του. Να γίνει “εύκολο”. Να μην ζητά πολλά. Να μάθει να μη βαραίνει τους άλλους με την ανάγκη του. Ή και το εντελώς αντίθετο.
Κι αυτή η ανάγκη δεν εξαφανίζεται ποτέ. Απλώς μεταφέρεται αργότερα: στις ερωτικές σχέσεις, στις εξαρτήσεις, στην εργασιομανία, στη μοναξιά, στην αγωνιώδη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Και κάπως έτσι το τραύμα δεν είναι πάντα μόνο αυτό που συνέβη. Είναι συχνά κι αυτό που έλειψε. Η κοινότητα.
Η συν-ρύθμιση. Η πολλαπλή αγκαλιά του κόσμου γύρω από ένα παιδί.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μιλάμε με μεγάλη τρυφερότητα για τη μητέρα. Γιατί την αφήσαμε μόνη να σηκώσει ένα βάρος που κάποτε το κουβαλούσε ολόκληρος κόσμος.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου