«Πάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν. Ο νεκρός έζησε, αλλά δεν μπορεί να ξαναζήσει, ούτε να αλλάξει κάτι από τα όσα ήδη έχουν παρέλθει. Η ορφάνια του βίου του είναι ότι, ενώ άλλοτε συμπορευόταν με τη ζωή, ακολουθούσε τις καμπές του χρόνου, είχε την ελευθερία να αναμορφώνει κατά βούληση το νόημα του παρελθόντος, τώρα -νικημένη σκιά καθώς είναι- μένει αμέτοχος. Σαν αδέσποτη μνήμη, η ζωή του παραδίδεται στους άλλους ενώ το μέλλον του ξεριζώνεται τελεσίδικα. Κάθε άνθρωπος χωρίς μέλλον, ήτοι κάθε νεκρός, αποκεφαλίζεται, καταντάει ιστορία στα χείλη των άλλων, αφορμή για ατελεύτητες δηλώσεις και παρεξηγήσεις. Υπάρχει ένας άταφος βιωμένος χρόνος που κληροδοτείται εξ ολοκλήρου ή εξ αδιαιρέτου στους επιζώντες. Το απισχνασμένο κορμί μπορεί να σφαλίστηκε στο μνήμα, αλλά τα πεπραγμένα του βιωμένου χρόνου δεν περιχωρούνται.
Είναι απεριχώρητα. Σβήνουν και ανάβουν με το ρυθμό που σβήνουν και ανάβουν τα ίχνη κάθε αδέσποτης ζωής», έγραφε στο «Ζώντες και τεθνεώτες», ενώ στο «Περί μέθης» σημείωνε:«Κάθε γνήσιο μεθύσι καταλήγει σε πλήρη κατάπτωση, σε γκρέμισμα, σαν μικρός θάνατος. Γι’ αυτό η επιστροφή στο σπίτι -δεν αρμόζει να μεθάμε σπίτι μας- αποτελεί πάντα μια μικρή περιπέτεια. Ας σεβόμαστε αυτά τα κουφάρια που κατορθώνουν να βαδίζουν. Οποιος κι αν είναι ο δρόμος μας, εκείνοι είναι πρόδρομοι. Ο μεθυσμένος δεν γυρεύει πια τίποτα. Αλλη μια φορά έπαιξε, κέρδισε τα πάντα και φυσικά τα έχασε. Είναι τέκνο της απώλειας σαν όλα τα αδέρφια του που αποφεύγουν να το μάθουν. Θα παραδοθεί σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα αδιαφορώντας για έμψυχα και άψυχα. Ecce homo: μια πέτρα αμέθυστου, όπου ένα ασώματο χέρι σκαλίζει τραυλά την μορφή της μάνας του. Αν ο μεθυσμένος ξυπνήσει, ξυπνάει πάντα σαν πλατωνική φράση: πάνω χαλεπώς έχω υπό του χθες ποτού και δέομαι αναψυχής τινός. Ματαίως…».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου