Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Παναγιώτης Ελής -ο κομμουνιστής- αγωνιστής που δολοφονήθηκε από τη χούντα της 21ης Απριλίου

 


Την 21η Απριλίου, μεταφέρθηκαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου 700 συλληφθέντες, κυρίως από το χώρο της Αριστεράς. Ανάμεσά τους ήταν ο Ηλίας Ηλιού, ο Γιάννης Ρίτσος κ.ά. Εκεί άρχισαν τα καψόνια και οι ξυλοδαρμοί. Κάθε βράδυ οι φρουροί με επικεφαλείς τους αξιωματικούς εισέβαλαν στους θαλάμους, ξυλοκοπούσαν τους κρατούμενους και οργάνωναν εικονικές εκτελέσεις.

Στις 25 Απριλίου ο ανθυπίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης δολοφόνησε τον Παναγιώτη Ελή. Ας δούμε πώς περιγράφει το περιστατικό ο αυτόπτης μάρτυρας Τάσος Βουρνάς στο βιβλίο του "Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Χούντα, Φάκελος Κύπρου":

“... Είχαμε πια συνηθίσει τους ήχους, τις κραυγές και τις βρισιές, όταν ξαφνικά φάνηκε δύο βήματα έξω απο την πόρτα του θαλάμου ένας αξιωματικός με ροδαλό πρόσωπο καλοταισμένου μπεμπέ να κυνηγά έναν κρατούμενο, κρατώντας στο χέρι του ένα στρατιωτικό περίστροφο με σιγαστήρα.

-Τροχάδην! του φώναξε.

Ο κρατούμενος Παναγιώτης Ελής, άνθρωπος περασμένα τα 40 χρόνια του, φορούσε στα πόδια του και παντόφλες, πράγμα που τον υποχρέωνε να περπατά σιγότερα απ' ό,τι αν φορούσε παπούτσια.

-Τροχάδην! του φώναξε και τον έσπρωχνε με την κάννη, αλλά ο Ελής εξακολουθούσε να βαδίζει κανονικά.

-Τρέξε, την Παναγιά σου! του λέει μια στιγμή κι ο Ελής κάνει γρηγορότερα τα τελευταία βήματα.
-Τροχάδην το λένε αυτό στο χωριό σου; λυσσάει ο δεσμοφύλακας και έξαλλος καταφέρει με την κάννη δυο απανωτά χτυπήματα στα πλευρά του Ελή.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας περίεργος διπλός κρότος, κατι σαν "φλοπ", "φλοπ", και μονομιάς ο Ελής σωριάστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Και πριν καλά-καλά προφτάσουν να αντιληφθούν οι άλλοι κρατούμενοι τι συνέβη, ακούστηκαν τα ουρλιαχτά ενός αξιωματικού, που είχε τρέξει εκεί κίτρινος σαν λεμόνι...

... Πράγματι χαμηλά στα πλευρά βρήκαν την είσοδο δύο απανωτών βλημάτων που είχαν περάσει μέσα απο το θώρακα είχαν κόψει την αορτή στην περιοχή της καρδιάς και είχαν σταματήσει κάτω απο το δέρμα στην αριστερή μασχάλη του θύματος. Δολοφόνος ο Ανθυπίλαρχος Κότσαρης Κωνσταντίνος...”

Ο έφεδρος τότε ανθυπίλαρχος Γρηγόριος Πανταζής ανέφερε ότι ένα μήνα αργότερα, παρουσία και άλλων αξιωματικών, ο Κότσαρης καυχήθηκε για το φόνο, λέγοντας ότι “τώρα θα γίνω στρατηγός, γιατί έμαθα να πυροβολώ σε ζωντανό στόχο και όχι σε ανδρείκελα, όπως έκανα μέχρι τώρα”. Ερωτώμενος γιατί το έκανε, απάντησε : “Δε μου άρεσε το περπάτημά του και τον σκότωσα”.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...