Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χρήστος Σαρτζετάκης- Ο 34χρονος εισαγγελέας που δεν λύγισε στην κρατική τρομοκρατία

 


...Στις σελίδες του βιβλίου του «Επιτελών το καθήκον μου – Θεσσαλονίκη, 1963-1964», ο Χρήστος Σαρτζετάκης περιγράφει με λεπτομέρεια και με τον δικό του αυστηρό και δωρικό τρόπο τα τεκταινόμενα της πολύκροτης δικαστικής ανάκρισης της δολοφονίας Λαμπράκη: ««Από της πρώτης στιγμής έλαβα την απόφασιν να επιτελέσω το καθήκον μου εις το ακέραιον, αντιπαλαίων εναντίον όλων των δυσχερειών από κάθε πλευράν, εναντίον κάθε προσκόμματος, και αδιαφορών διά τας οιασδήποτε εις βάρος μου συνεπείας. Και δεν εννοώ μόνον τας απειλάς εναντίον της ζωής και της σωματικής μου ακεραιότητος, αι οποίαι ήδη από της πρώτης ημέρας αναλήψεως των ανακριτικών μου καθηκόντων εις την υπόθεσιν είχαν αρχίσει».

Και συνεχίζει την περιγραφή του δίνοντας το στίγμα της σκοτεινής και επικίνδυνης εποχής στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα: «Κατά την εποχήν της δολοφονίας του Λαμπράκη το τηλεφωνικόν δίκτυον εις την Θεσσαλονίκην ήτο ανεπαρκές, αι τηλεφωνικαί συνδέσεις περιωρισμέναι, να φαντασθή κανείς ότι τα λειτουργούντα τηλέφωνα είχον τετραψήφιον αριθμόν, αι αιτήσεις τηλεφωνικής συνδέσεως μόνον κατ’ εξαίρεσιν ικανοποιούντο. Κατ’ εξαίρεσιν και η κατοικία μας είχε συνδεθή με τηλέφωνον επ’ ονόματί μου λόγω της δικαστικής μου ιδιότητος (…) Κατά την ιστορουμένην εποχήν της ανακρίσεως το τηλέφωνον αυτό απετέλεσε το μέσον διοχετεύσεως επανειλημμένων, αμέτρητες φορές, απειλών εις βάρος μου».

Και πιο κάτω καταθέτει ένα περιστατικό που δείχνει περίτρανα τι σήμαινε εκείνη την εποχή να είσαι δικαστικός λειτουργός: ««Την 29η Μαΐου 1963 και περί ώραν 11.00 πρωινήν, εργαζόμενος εις το ανακριτικόν μου γραφείον, εδέχθην τηλεφώνημα του έχοντος αφιχθή και ευρισκομένου εις Θεσσαλονίκην Αρχηγού της Χωροφυλακής Αντιστρατήγου Γεωργίου Βαρδουλάκη, ο οποίος, μετά κολακευτικούς λόγους διά τον πατέραν μου, τον οποίον εγνώριζε, εις επιτακτικόν και ανάγωγον ύφος μού είπε «πάρε μολύβι και χαρτί» και επεχείρησε να μου υπαγορεύση κατάλογον αξιωματικών και οπλιτών Χωροφυλακής, τους οποίους και «έπρεπε» να καλέσω ως μάρτυρας κατά την ανάκρισιν της υποθέσεως. Απέκρουσα ευθύς την υπόδειξιν, παρατηρήσας συγχρόνως ότι και ο επιτακτικός τρόπος υποδείξεώς του ήτο απαράδεκτος, εάν δε είχε κάτι σχετικόν να μου προτείνη, να το κάνη εγγράφως και προσηκόντως».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...