Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δεν με χωράει το σώμα μου - Γιάννης Κοντός

 



Δεν με χωράει το σώμα μου 

Δεν με χωράει το σώμα μου. Θέλω να επεκταθώ, να φύγω.

 Ανοίγω τη βρύση. Τρέχει το νερό. Τρέχει η νύχτα. 

Σκύβω να πιω, να ξεχάσω.

 Κτυπάω πάνω στο πεθαμένο μου πρόσωπο. 

Ανάβει μια φωνή. Φωνή της σιωπής. 

Η ροή της μνήμης με τινάζει πίσω στο κορμί σου.

 Τώρα που γράφω το φεγγάρι χάνεται στα σκέλια σου και το χορτάρι ψηλώνει άγριο, κόκκινο, σαν φωτιά.

 Όλα τ’ άλλα τυλιγμένα σε υαλοβάμβακα. 

Μόνο τα μαλλιά σου τρίζουν και μεγαλώνουν,

 αγνοώντας τα πολιτικά συστήματα και την τριγωνομετρία.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: «Οι δωσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν, στελέχωσαν τον κρα...

Γιάννη Μαυρή: Παρεμποδίζοντας την Αποστασία. Ιουλιανά 1965: Κοινωνική Διαμαρτυρία και Αριστερά Πρόλογος στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Λαμπράκη

   Το βιβλίο του Κωνσταντίνου Λαμπράκη αποτελεί την πλέον συστηματική, αναλυτική και πρωτότυπη χαρτογράφηση της εκτεταμένης κοινωνικής διαμαρτυρίας, που συντάραξε την Ελλάδα τον Ιούλιο του 1965. Είναι προϊόν μακροχρόνιας και επίπονης έρευνας σε πολυάριθμες, πρωτογενείς ή αρχειακές πηγές, ανεκμετάλλευτες μέχρι σήμερα, όπως είναι -μεταξύ πολλών άλλων- η εξαντλητική αποδελτίωση και διασταύρωση του ημερήσιου πολιτικού τύπου της εποχής, τόσο  εθνικής  όσο και  τοπικής εμβέλειας . Ως αποτέλεσμα και καλύπτοντας το υφιστάμενο ερευνητικό κενό, συγκρότησε μια μοναδική, αξιόπιστη και ολοκληρωμένη βάση εμπειρικών ποσοτικών δεδομένων για την καταγραφή των συμβάντων διαμαρτυρίας. Η μελέτη του εξαντλεί την υπάρχουσα θεωρητική βιβλιογραφία σχετικά με τα κοινωνικά κινήματα και εντάσσει τα εμπειρικά δεδομένα που συγκέντρωσε σε ένα συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο. Η έρευνα του Κ. Λαμπράκη συνεισφέρει ουσιαστικά στην ιστορική μελέτη των Ιουλιανών, προσθέτοντας νέα στοιχεία, εμπλουτίζ...

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.