Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λουίς Σεπούλβεδα «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει».

 Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ'ένα γλάρο να πετάει | PPT

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει».

Ο Ζορμπάς έφτασε μ' ένα σάλτο στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του καμπαναριού. Από κάτω, τ' αυτοκίνητα έμοιαζαν σαν έντομα με μάτια αστραφτερά.

Ο άνθρωπος κρατούσε το γλάρο στην αγκαλιά του.

Όχι! φοβάμαι! Ζορμπά! Ζορμπά!" έκρωζε η Καλότυχη, τσιμπώντας τα χέρια του ανθρώπου.

"Περίμενε" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Ασ' την πάνω στο κάγκελο"."Δεν είχα στο νου μου να την πετάξω" είπε ο άνθρωπος.

"Θα πετάξεις," Καλότυχη" νιαούρισε ο Ζορμπάς.

"Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. Η βροχή είναι νερό. Στη ζωή σου θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να είσαι ευτυχισμένη - ένας από αυτούς λέγεται νερό, ένας άλλος, άνεμος, κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή. Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά".

Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως, κι η βροχή τής έλουζε με πέρλες τα φτερά. Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά.

"Η βροχή! Το νερό!" έκρωξε. "Μ' αρέσει!"

"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς.

"Σ' αγαπώ. Είσαι ένας θαυμάσιος γάτος" έκρωξε η Καλότυχη, πλησιάζοντας την άκρη του κάγκελου.

"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Όλος ο ουρανός θα'ναι δικός σου".

"Δε θα σε ξεχάσω ποτέ....

"Πέτα!"νιαούρισε ο Ζορμπάς

"Πετάω, Ζορμπά! Μπορώ και πετάω!" έκρωξε τρισευτυχισμένη από την απεραντοσύνη του γκρίζου ουρανού.

Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.

"Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε" είπε αναστενάζοντας.

"Ναι" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Στο χείλος του γκρεμού κατάλαβα το πιο σημαντικό".

"Α, ναι; Και τί είναι πιο σημαντικό;" ρώτησε ο άνθρωπος.

"Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει" νιαούρισε ο Ζορμπάς.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...