Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Αλέξης, το αλεξιβρόχιον, οι ακκισμοί με Στουρνάρα, Μπλίνκεν ...μια ωραία ατμόσφαιρα.

 















Τι παθαίνεις αν χαζεύεις στο διαδίκτυο... 

Γελάς μέχρι δακρύων με το πολιτικό οπαδιλίκι που κοντράρει στα ίσια την καλογερική υποκρισία 

  • όπου  το κρέας γίνεται ψάρι,
  • όπου η γκρίνια για αστοχίες του ηγούμενου κόβεται με το μαχαίρι στην υπενθύμιση-απειλή για την τύχη των προβάτων που εγκαταλείπουν τη στάνη
  • όπου πάντα πρέπει να το βουλώνεις γιατί αλλιώς είσαι ανεπιθύμητος...
Και για να το καταλάβουμε καλά αυτό που θέλει να πει ο ποιητής, ας θυμηθούμε το ανέκδοτο που πάει γάντι με την πολιτική (παλιο) κατάσταση...

Ο Μήτσος, κλασσική περίπτωση Ελληναρά φαλλοκράτη, αποφάσισε να βγάλει τη σύζυγο να φάνε σε μια χασαποταβέρνα στα Μεσόγεια. Πιάσανε τραπέζι σε περίοπτη θέση, παραγγείλανε τα κοκορέτσια, κοντοσούβλια, γαρδούμπες, και όλα τα ορεκτικά μαζί με ένα κιλό Αγιωργίτικο οίνο και πέσανε με τα μούτρα να κατασπαράξουν τα εδέσματα. 

Αίφνης, εμφανίζεται μια αιθέρια γυναικάρα που κυριολεκτικά "χυμάει" πάνω στο Μήτσο, του σκάει ένα ρουφηχτό φιλί και αφού του λέει πόσο χαρούμενη είναι που τον ξαναείδε και ότι περιμένει τηλεφώνημά του για να τα πούνε οι δυο τους, επιστρέφει στο τραπέζι που καθόταν.
Τρελαμένη, η σύζυγος του Μήτσου τολμάει να τον ρωτήσει:

- Μήτσο, ποια ήταν αυτή που σε ρούφηξε και σου ζήτησε ραντεβού;
Ο Μήτσος κοιτάει τη σύζυγο με ένα θανατερό βλέμμα και της απαντάει κοφτά:
-Τουμπεκιάσου, μωρή , που όλα θες να τα μαθαίνεις!

Έντρομη και υπάκουη η σύζυγος βγάζει το σκασμό και συνεχίζει το φαγητό της επειδή " όταν τρώμε δεν μιλάμε"
Κοντεύανε να τελειώσουν το φαγητό τους όταν η σύζυγος βλέπει έκπληκτη ένα κοινό τους φίλο να μπαίνει στην ταβέρνα συνοδευόμενος όχι από τη γυναίκα του αλλά από κάποια άλλη, προφανώς ερωμένη. Και σκουντάει τον Μήτσο, λέγοντάς του:

-Μήτσο, κοίτα το Γιώργο! Μόλις  μπήκε στην ταβέρνα με γκόμενα
Έξω φρενών ο Μήτσος, χτυπάει το χέρι στο τραπέζι, αγριοκοιτάει τη σύζυγο και της λέει: 
-Γιατί μωρή νοιάζεσαι με ποια νταραβαρίζεται ο φίλος μου ο Γιώργος; Τουμπεκιάσου!

Και η πανικόβλητη σύζυγος:
- Εντάξει, Μήτσο μου. Απλώς, ήθελα να σου πω ότι η δικιά μας είναι καλύτερη από του Γιώργου!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...