Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2025

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...

Γιώργος Σεφέρης Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο

  Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931 Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι τού Οδυσσέα. Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς. Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποιά είναι αυτή η αγάπη· κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι. Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα. Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μι...

Ἀπροσδιόριστη χρονολογία - Μανόλης Αναγνωστάκης

  Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες (Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν) ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ἦρθε χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα. Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλὴν» καὶ τοῦ «σὺν» π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα. Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο (Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε) Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε. Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο -Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.

Αγρότες: Ή ταν ή επί τας! -από ΠΑΥΛΟΣ ΡΙΖΑΡΓΙΩΤΗΣ

  Αγρότες: Ή ταν ή επί τας! Ώστε “να φύγουν”, κύριε Πρετεντέρη. «Να πάρουν τα τρακτέρ τους και να αποχωρήσουν», είπες, κατεβάζοντας λίγο τα γυαλιά και κοιτάζοντας τον τηλεοπτικό φακό με βλέμμα που θα ‘κανε και τον Μητσοτάκη να ριγήσει από συγκίνηση. Και να πάνε πού; Να γυρίσουν άπραγοι και ηττημένοι στα χωριά τους; Και τότε τι θα πουν στις γερόντισσες μανάδες τους που τους ξεπροβόδισαν φωνάζοντας τους «ή ταν ή επί τας»; Πώς θα κοιτάξουν στα μάτια τα παιδιά τους που τους κοίταζαν με απαντοχή κι ελπίδα; Πώς θα δικαιολογηθούν σ’ όλους τους ανθρώπους του μόχθου που τους στηρίζουν και τους καλούν να συνεχίσουν; Να φύγουν να πάνε πού, κύριε Πρετεντέρη; Πίσω στην ζωή που δεν αντέχουν; Ξέρεις τι είναι να δουλεύεις σαν το σκυλί και να μην μπορείς να ζήσεις σαν άνθρωπος; Δεν ξέρεις, εσύ δεν ζεις στα αλώνια, αλλά στα σαλόνια. Ξέρεις τι είναι να παράγεις όλα τα φαγιά του κόσμου και να μην έχεις εσύ και η οικογένειά σου ένα πιάτο φαΐ; Δεν ξέρεις, εσύ παράγεις «αέρα κοπανιστό» και τρως αστακό. Ξ...

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη - Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

  Ο Παπαδιαμάντης διά χειρός Κόντογλου   Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι κα...

Μιχάλη Γκανά, «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»

  Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θά 'ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη. Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα. Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ' όπλο του απ' το πρωί. Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», ευχές δε φθάνουν ώς εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ' το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του. Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ' όλα τα υλικά και δίχως λόγια. Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη γυαλίζει τ' όπλ...

Ἕνας γέρος Κωνσταντίνος Καβάφης 1897

   Στοῦ καφενείου τοῦ βοεροῦ τὸ μέσα μέρος  σκυμένος στὸ τραπέζι κάθετ' ἕνας γέρος ˚  μὲ μίαν ἐφημερίδα ἐμπρός του, χωρὶς συντροφιά.  Καὶ μὲς στῶν ἄθλιων γηρατειῶν τὴν καταφρόνεια  σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τὰ χρόνια  ποῦ εἶχε καὶ δύναμι, καὶ λόγο, κ' ἐμορφιά.  Ξέρει ποὺ γέρασε πολύ ˚ τὸ νοιώθει, τὸ κυττάζει.  Κ' ἐν τούτοις ὁ καιρὸς ποὺ ἦταν νέος μοιάζει σὰν χθές.  Τί διάστημα μικρό, τί διάστημα μικρό.  Καὶ συλλογιέται ἡ Φρόνησις πὼς τὸν ἐγέλα ˚  καὶ πὼς τὴν ἐμπιστεύονταν πάντα - τί τρέλλα!  - τὴν ψεύτρα ποὺ ἔλεγε ˚ "Αὔριο. Ἔχεις πολὺν καιρό."  Θυμᾶται ὁρμὲς ποὺ βάσταγε ˚ καὶ πόση χαρὰ θυσίαζε.  Τὴν ἄμυαλή του γνῶσι κάθ' εὐκαιρία χαμένη τώρα τὴν ἐμπαίζει. .. Μὰ ἀπ' τὸ πολὺ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε.  Κι ἀποκοιμᾶται στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.

Mal du départ - Νίκος Καββαδίας

  Mal du départ   Θὰ μείνω πάντα ἰδανικὸς κι ἀνάξιος ἐραστὴς τῶν μακρυσμένων ταξιδιῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων, καὶ θὰ πεθάνω μιά βραδιά, σὰν ὅλες τὶς βραδιές, χωρὶς νὰ σχίσω τὴ θολὴ γραμμὴ τῶν ὁριζόντων. Γιὰ τὸ Μαδράς, τὴ Σιγγαπούρ, τ’ Ἀλγέρι καὶ τὸ Σφὰξ θ’ἀναχωροῦν σὰν πάντοτε περήφανα τὰ πλοῖα, κι ἐγώ, σκυφτὸς σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ χάρτες ναυτικούς, θὰ κάνω ἀθροίσεις σὲ χοντρὰ λογιστικὰ βιβλία. Θὰ πάψω πιὰ γιὰ μακρινὰ ταξίδια νὰ μιλῶ• οἱ φίλοι θὰ νομίζουνε πὼς τὰ ‘χω πιὰ ξεχάσει, κι ἡ μάνα μου, χαρούμενη, θὰ λέει σ’ ὅποιον ρωτᾶ: « Ἦταν μιὰ λόξα νεανική, μὰ τώρα ἔχει περάσει …» Μὰ ὃ ἐαυτός μου μιὰ βραδιὰν ἐμπρός μου θὰ ὑψωθεῖ καὶ λόγο, ὡς ἕνας δικαστὴς στυγνός, θὰ μοῦ ζητήσει, κι αὐτὸ τὸ ἀνάξιο χέρι μου ποὺ τρέμει θὰ ὁπλιστεῖ, θὰ σημαδέψει, κι ἄφοβα τὸ φταίστη θὰ χτυπήσει. Κι ἐγώ, ποὺ τόσο ἐπόθησα μιὰ μέρα νὰ ταφῶ σὲ κάποια θάλασσα βαθιὰ στὶς μακρινὲς Ἰνδίες, θά’χω ἕνα θάνατο κοινὸ καὶ θλιβερὸ πολὺ καὶ μιὰ κηδεία σὰν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων τὶς κηδεῖες.

Όταν αποχαιρέτησα _ Μανόλης Αναγνωστάκης

  Όταν αποχαιρέτησα… Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες. Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε 5 Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα 10 Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί Πώς να εξηγήσω πιο απλά τί ήταν ο  Ηλίας Η  Κλαίρη , ο  Ραούλ , η οδός  Αιγύπτου Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η « Αλκινόη » Το σπίτι του  Γιώργου , το αναρρωτήριο. 15 Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει 20 Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει Και δεν την υποψιάζεται ακόμα Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία 25 Μέσα στα ...