Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Μαξ Πλανκ και τα κβάντα, οι Αδώνιδες, οι Πορτοσάλτε και τα κουλουβάχατα (του Δημήτρη Κανταλή)

 


Στο χώρο της πολιτικής και της δημοσιογραφίας ενδημούν πλείστοι όσοι δοκησίσοφοι που διαπρέπουν πουλώντας αέρα κοπανιστό ως φωτεινοί παντογνώστες. Βεβαίως, αν δεν υπήρχε ένα μεγάλο κοινό εύπιστων και αφελών- κοινώς "χάπατων" -που θεωρούν παν το λάμπον χρυσόν, δεν θα τους γνώριζε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους. Μια ανέκδοτη ιστορία με πρωταγωνιστές τον νομπελίστα φυσικό Μαξ Πλανκ και τον οδηγό του περιγράφει γλαφυρά αυτήν την πραγματικότητα που είναι για γέλια και για κλάματα.
Μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Φυσικής το 1918, ο Μαξ Πλανκ ξεκίνησε μια μεγάλη σειρά διαλέξεων σε μεγάλες πόλεις εξηγώντας τη θεωρία του περί κβαντικής μηχανικής σε φοιτητές, επιστήμονες και σε πάντα ενδιαφερόμενο. Για τα ταξίδια του είχε έναν οδηγό με πολύ καλή μνήμη και με ευχέρεια λόγου.
Η διάλεξη του Μαξ Πλανκ ήταν όλες τις φορές πανομοιότυπη, ώστε την έμαθε στο τέλος και ο οδηγός του, που παρακολουθούσε κι αυτός στο ακροατήριο φορώντας το χαρακτηριστικό καπέλο του.
Μια μέρα, ενώ απολάμβαναν το ποτό τους ο οδηγός που είχε αποκτήσει μεγάλη οικειότητα με τον επιστήμονα τού πρότεινε:
" Κύριε Πλανκ, κατανοώ ότι έχετε κουραστεί να λέτε συνεχώς τα ίδια πράγματα και θα σας έκανε καλό μια ευχάριστη ανάπαυλα από τη ρουτίνα σας. Τι θα λέγατε να κάνω εγώ τη διάλεξή σας στην επόμενη πόλη υποδυόμενος εσάς, κι εσείς να ξεκουράζεστε μαζί με το υπόλοιπο ακροατήρια φορώντας το καπέλο του σοφέρ;"
Ο επιστήμονας , ξέροντας ότι ο οδηγός του είχε ήδη αποστηθίσει όλη την διάλεξη και θέλοντας να διασκεδάσει λίγο με την "εξαπάτηση" του κοινού, δέχθηκε με χαρά την πρότααη.
Στην επόμενη πόλη, λοιπόν, ανεβαίνει στο πόντιουμ του ομιλητή ο κοστουμαρισμένος οδηγός και στην πρώτη σειρά κάθεται, ανάμεσα στο κοινό, ο επιστήμονας με το καπέλο του οδηγού. Άνετος και με χαρακτηριστική ευφράδεια, ο σοφέρ λέει αυτολεξεί το κείμενο τής διάλεξης, το κοινό χειροκροτεί μαγεμένο ώσπου, αίφνης, ένα χέρι υψώνεται και ένας φυσικός παρακαλεί να διευκρινήσει ο ομιλητής κάποιο σημείο της ομιλίας του. Και ο ψυχραιμότατος σοφέρ, χαμογελά και λέει στον ερωτώντα φυσικό:
"Αγαπητέ μου,ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ένας φυσικός θα διατύπωνε μια τόσο απλοϊκή απορία. Θα δώσω τον λόγο στον οδηγό μου για να σας απαντήσει με απλά λόγια στο ερώτημα που υποβάλατε!"

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...