Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ρίαλ αϊκίντο -Κωστής Παπαγιώργης

 


Γεγονός είναι ότι στις μεγάλες πόλεις ο πλησίον μας παραήρθε κοντά. Ποιος είναι αυτός που έρχεται από απέναντι; Κύριος οίδεν. Είναι υπάλληλος, μικροαστός, μετανάστης, μίστερ τίποτας, κακοποιός, διεστραμμένος, ανθρωπάκι; Ήδη ο Τερζάκης, στα προχουντικά άρθρα του –γέρων πια–, ομολογούσε ότι περπατάει στην πόλη κι όλο σκέπτεται μήπως φάει καμιά καπελιά. Σήμερα αυτό είναι πλέον κοινό αίσθημα. Αυτός που έρχεται κι αυτός που ακολουθεί είναι αρνητικές δυνάμεις. Άρα τίθεται το ζήτημα της αμύνης. Σε περίπτωση αδίκου επιθέσεως τι κάνουμε; Τρώμε ξύλο και λέμε κι ευχαριστώ; Παραδίδουμε το πορτοφόλι μας και ζητάμε συγγνώμη; Προβάλλουμε αντίσταση; Και με τι μέσα; Την απάντηση τη δίνουν οι πολεμικές τέχνες, που χρόνια τώρα διδάσκουν θάρρος, τεχνικές αμύνης κι επιθέσεως, λαβές, χτυπήματα – ό,τι χρειάζεται δηλαδή για να τη βγάλουμε καθαρή. Στα διαφημιστικά της οθόνης παρακολουθούμε προγυμναστές που στρώνουν κάτω τον αντίπαλο προτού καν βγάλει κιχ. Αμυνόμενους που στρέφουν τη βία του αντιπάλου εναντίον του με συνοπτικές κινήσεις. Γυναίκες που ξαπλώνουν κάτω νταγλαράδες ώσπου να πεις κύμινο. Ο θεατής αναρωτιέται: «Ρε, είμαστε τόσο δυνατοί και δεν το ξέρουμε; Μήπως, αντί να κωλώνουμε, πρέπει να τους ξεκωλώνουμε;». Μια δοκιμή θα σας πείσει.

Είναι γεγονός ότι περισσότερο μας πλήττει ο φόβος παρά ο αντίπαλος. Κατά συνέπεια, τα γυμναστήρια όπου μοιράζεται το θάρρος κάνουν καλή δουλειά. Προετοιμάζουν τον πολίτη για το χειρότερο μαθαίνοντάς του τις καλύτερες μορφές αμύνης. Το ρίαλ αϊκίντο, όπως παλιά το ζίου ζίτσου, φιλοδοξεί να κάνει τον «λίγο» πολίτη «πολύ» και να του προσδώσει αυτοπεποίθηση. Για κάθε επίθεση υπάρχει λύση. Για κάθε χτύπημα υπάρχει αντι-χτύπημα. Κάθε άτυχη συνάντηση μπορεί να αποτραπεί. Ένας οξύχολος φίλος, που σε κάθε παρκάρισμα ήταν έτοιμος να καλέσει τον αντίπαλο σε μονομαχία, μας έλεγε αν τελικά πρέπει να μάθει καράτε. Εμείς, φυσικά, μπουγιάραμε την επιθυμία του. Μάθε για να δείρεις και μερικούς δικούς μας εχθρούς. Οπότε η πλάκα συνεχιζόταν με τα κιλά. Ας πούμε ότι σου κληρώσει έναν στα ογδόντα κιλά και θέλεις να τον ρίξεις στο καναβάτσο – μπορείς να τον κουμαντάρεις; Κι αν πέσει πάνω σου; Κι αν σε πατήσει και σε ξενυχιάσει; Θα προλάβεις να βγάλεις τα γυαλιά σου; Δεν λυπάσαι τα δόντια σου που μόλις τα φόρεσες και κάνουν ένα σκασμό λεφτά; Αν του δώσεις το πορτοφόλι, φτηνότερα θα σου ’ρθει!

Κάποιος άλλος –φίλος κι αυτός από τα παλιά–, που γνώριζε αϊκίντο από τα γεννοφάσκια του, το έλεγε η περδικούλα του δηλαδή, όταν κάποτε βρέθηκε σε θέση μάχης απέναντι σε κάποιον που του δήλωσε: «Πρόσεχε, ξέρω καράτε!», του απάντησε ψυχρά: «Εγώ ξέρω βαράτε!», και τον καταχέρισε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...