Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Νούμερο 31328- Ηλίας Βενέζης (απόσπασμα)

 

 95 χρόνια αλησμόνητες Πατρίδες - 27 Αυγούστου / 9 Σεπτεμβρίου 1922: Η  Σμύρνη στις φλόγες

Είναι όλοι, ο γέρο-πατέρας, η μητέρα μου, η Ανθίππη, η Σοφία, η Αγάπη, η Λένα, όλοι. Μ’ αγκαλιάζουν πρώτα και με φιλούν τα παιδιά […]. Με πιάνει από τους ώμους ο πατέρας μου. Δεν τον είχα δει να κλάψει ποτές. […] ύστερα σκύβει και με φιλά στο μέτωπο […]. ΄0μως, η μητέρα μου, που έρχεται τελευταία, δε θέλει να ξεκολλήσει από πάνω μου. Είμαστε εκεί μια μάζα, έχω χώσει το κεφάλι μου μες στο μαραμένο κόρφο της, να κρατήσω για τελευταία φορά αυτή τη ζέστη πάνω στο μάγουλό μου. Με σφίγγει, δε θέλει να μ’ αφήσει. Τα δάκρυά της μποδίζουν τα λόγια να βγουν καθαρά. Μόλις καταλαβαίνω πως λέει πως δε θα το βαστάξει και θα πεθάνει γρήγορα. Το ξαναλέει, σα να είναι κάτι που μου το υπόσχεται. Σηκώνει το πρόσωπό της, πιάνει το δικό μου με τα χέρια της και με κοιτάζει σα μια εικόνα που δεν πρόκειται να τη δει ποτές πια, σκύβει πάλι, μου μαζεύει το σακάκι, ασυναίσθητα, να με κουμπώσει μην κρυώνω, σαν που ήμουν παιδάκι. Ο πατέρας μου την τραβά. – Δε θα προφτάσουμε το βαπόρι… μουρμουρίζει συγκινημένος. Κι εγώ την σπρώχνω, μην τυχόν και δεν προφτάξουν. –Μανούλα, να φύγετε!… θα σε θυμάμαι…

 «Το 1923 από τους 3.000 αιχμαλώτους των Κυδωνιών επέστρεψαν μόνο 23: ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Βενέζης», γράφει ο Β. Αθανασόπουλος στο «Χρονολόγιο Ηλία Βενέζη».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μενέλαος Χαραλαμπίδης: «Οι δωσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν, στελέχωσαν τον κρα...

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

«Το περιγιάλι το κρυφό»: Ένα παρεξηγημένο ποίημα (από το ideostrovilos.gr)

  Το σύντομο αυτό ποίημα του Σεφέρη, θεωρήθηκε (και θεωρείται) από πολλούς ότι έχει πηγή έμπνευσης ένα πολύ όμορφο ακρογιάλι της Κύπρου. Άρνηση Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι. μα το νερό γλυφό. Πάνω στην άμμο την ξανθή Μγράψαμε τ’ όνομά της.. ωραία που φύσηξε ο μπάτης και σβήστηκε η γραφή. Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε την ζωή μας.• λάθος! κι αλλάξαμε ζωή Το σύντομο αυτό ποίημα του Σεφέρη, πολύ δημοφιλές στην Κύπρο, θεωρήθηκε (και θεωρείται) από πολλούς ότι έχει πηγή έμπνευσης ένα πολύ όμορφο ακρογιάλι της Κύπρου, την παραλία του Κόννου στον Πρωταρά, στις ανατολικές ακτές του νησιού μας. Σαν τέτοιο το συστήνουν οι ξεναγοί, έτσι το χρησιμοποιούν σε κείμενά τους δημοσιογράφοι και άλλοι. Δυστυχώς, παρ’ όλη την αγάπη και τους δεσμούς του ποιητή με την Κύπρο, παρ’ όλο ότι μια ολόκληρη ποιητική του συλλογή είναι εμπνευσμένη από την Κύπρο, αυτό δεν ευσταθεί. Ο  Γιώργος Σεφέρης  ήρθε για πρώτη φορά ...