Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ- Έντουαρντ Άλμπι (από Βικιπαίδεια)

 


Το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Who's afraid of Virginia Woolf?) είναι θεατρικό δράμα του Έντουαρντ Άλμπι που έκανε πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το 1962 και μετράει πλήθος παραστάσεων μέχρι και τώρα σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ των έργων του δραματουργού είναι ίσως το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό, παρόλο που δεν έλαβε, όπως συνέβη με μεταγενέστερα έργα του, το Βραβείο Πούλιτζερ δραματουργίας.

Το 1966 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και σε σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς.

Πλοκή

Η Μάρθα και ο Τζορτζ είναι ένα ζευγάρι μεσήλικων, που έχει προσκαλέσει στο σπίτι εναν νεαρό συνάδελφο του Τζορτζ, τον Νικ και τη σύζυγό του Χάνεϊ. Από το ένα ποτήρι στο άλλο και με συνεργούς το περασμένο της ώρας και το αλκοόλ, οι τέσσερίς τους επιδίδονται σε ένα παιχνίδι όμοιο με το «παιχνίδι της αλήθειας» το οποίο οδηγεί τα δύο ζευγάρια στο ξεγύμνωμα των εαυτών τους και ειδικά των οικοδεσποτών. Η Μάρθα ουσιαστικά κατηγορεί τον Τζορτζ πως είναι ένας αποτυχημένος που κατάφερε να ανέλθει επαγγελματικά χάρη στον πατέρα της, ενώ ο Τζορτζ κατηγορεί τη Μάρθα πως είναι ένα κορίτσι κακομαθημένο και ανάξιο. Και οι δυο εκμεταλλεύονται την αθωότητα των δύο νεαρών καλεσμένων χλευάζοντας τους ίδιους αλλά και τα προβλήματα του ζευγαριού των οποίων σχεδόν ζήλευαν την ανεμελιά απέναντι στα συντρίμμια ενός γάμου, τώρα πια κομματιασμένου σαν αυτόν της Μάρθας και του Τζορτζ. Σε ένα κρεσέντο μιζέριας, η Μάρθα και ο Τζορτζ, μόνοι πλέον μετά την αποχώρηση των καλεσμένων τους, βρίσκονται να κλαίνε πάνω από το πτώμα ενός φανταστικού παιδιού, οπού ο Τζορτζ εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία το έκανε να "πεθάνει". Αλλά, ποιος ξέρει, ίσως να είναι η αρχή μιας νέας ισορροπίας....

Η φιγούρα της Βιρτζίνια Γουλφ δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το δράμα: ο τίτλος είναι ένα λογοπαίγνιο με το τραγούδι Ποιος φοβάται το μεγάλο κακό λύκο; (Who's Afraid of the Big Bad Wolf?), όπου ο Τζορτζ και η Μάρθα μουρμουρίζουν κάποιες φορές, ζωντανεύοντας έτσι τον "κακό λύκο" που βρίσκεται στην ύπαρξή τους, και την ίδια στιγμή την "Βιρτζίνια Γουλφ" που υπάρχει μέσα τους, ανισόρροπη και αυτοκαταστροφική όπως ο γάμος τους, ακόμα και αν μερικές φορές το νεότερο ζευγάρι φαίνεται να είναι μια ονε

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/ Σχεδίασμα Β - Διοινύσιος Σολωμός

  Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μού γινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.

Η φυγή του Καραμανλή - Βασίλης Ραφαηλίδης (ΙΣΤΟΡΙΑ -κωμικοτραγική- ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 1830-1974

  Στις 18 Ιουνίου 1963, εννιά μόλις μέρες μετά την παραίτησή του, ο Καραμανλής φεύγει για τη Ζυρίχη για λόγους προσωπικούς, αφού μεταβίβασε την αρχηγία του κόμματός του,της ΕΡΕ, σε τριμελή επιτροπή από τους Παν. Κανελλόπουλο,Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Πάντως δεν παραιτείται ακόμα από την ενεργό πολιτική δραστηριότητα.. Στις 28 Σεπτεμβρίου επιστρέφει και διευθύνει προσωπικά την προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές που θα γίνουν στις 3 Νοεμβρίου. Το διάστημα από την ημέρα της παραίτησης της κυβέρνησης Καραμανλή (9 Ιουνίου 1963) μέχρι την αναγκαστική, λόγω παραιτήσεως, διεξαγωγή των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο. Πρέπει να μαγειρευτεί νέος εκλογικός νόμος. Που θα τον φκιάξει ένας παλατιανός, ο Πα. Πιπινέλης. Που σχηματίζει κυβέρνηση κατ' εντολή του βασιλιά, δηλαδή της βασίλισσας, και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης χάρη στην ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός, ωστόσο, έχει εκδιωχτεί από τη βασίλισσα. Η οποία φαίνεται να επικρατεί απολύτως. Και τον Καραμανλή διώχνει, και τον Πιπινέλη διορίζε...

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...