Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

5 ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗ - Αντώνης Ανδρουλιδάκης

  Venezuelan President Nicolas Maduro gets off a helicopter on his way to Manhattan Federal Court, in New York, on January 5, 2026 [WABC via AP] Αν κάτι δείχνει καθαρά η υπόθεση της Βενεζουέλας, είναι ότι η εποχή των προσχημάτων τελειώνει. Η ισχύς δρα όλο και πιο απροκάλυπτα, και όποιος μιλά για εθνική κυριαρχία, λαϊκή αυτοδιάθεση ή ανεξαρτησία μπαίνει αυτομάτως στο στόχαστρο. Άρα τα λαϊκά κινήματα -ιδίως όσα θέτουν εθνοανεξαρτησιακά προτάγματα- οφείλουν να προετοιμαστούν σε βάθος και όχι μόνο συνθηματολογικά. 1. Να προετοιμαστούν για υβριδική καταστολή, όχι μόνο για «καταστολή δρόμου». Η εμπειρία δείχνει πια πολύ καθαρά ότι η αποσταθεροποίηση δεν ξεκινά με τανκς, αλλά με διάβρωση "εκ των έσω". Υπηρεσίες, θεσμοί, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «ανεξάρτητες αρχές», ΜΚΟ, οικονομικοί μηχανισμοί, υπηρεσίες ασφαλείας και δικαστικές πρακτικές μπορούν να λειτουργήσουν ως όπλα. Τα κινήματα χρειάζεται να αναπτύξουν θεσμική εγρήγορση, πολιτική παιδεία και εσωτερική δημοκρατία, ώστε να...
Πρόσφατες αναρτήσεις

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ -Αντώνης Ανδρουλιδάκης

"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση. Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν; Τριγυρίζουν κι' αυτοί στο σπίτι; Μας μαλώνουν ακόμη για τις απροσεξίες μας; Θυμώνουν ακόμη με τις σκανταλιές μας; Διορθώνουν με σβηστήρια τις μουντζαλιές στα τετράδια μας ή μας καθησυχάζουν στα ζόρια μας; Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση "αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!", "αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!". "αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!". Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση: "είσαι...

Γιώργος Σεφέρης Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο

  Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931 Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι τού Οδυσσέα. Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς. Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποιά είναι αυτή η αγάπη· κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι. Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα. Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μι...

Ἀπροσδιόριστη χρονολογία - Μανόλης Αναγνωστάκης

  Αὐτὴ ἡ μέρα πέρασε χωρὶς καμιὰν ἀπόχρωση Τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες μέρες (Ἴσως ἡ ἀπαρχὴ ὁμοίων ἡμερῶν) ἔσβησεν ἔτσι ἀνάλαφρα ὅπως ἦρθε χωρὶς νὰ παιχνιδίσει ὁ ἥλιος στὰ κλαδιὰ Τράβηξε τὶς κουρτίνες της μὲ διάκρισην ἡ νύχτα. Μιὰ μέρα τόσο διάφορη ἀπ᾿ τὶς ἄλλες Χωρὶς τὰ σύμβολα τοῦ «πλὴν» καὶ τοῦ «σὺν» π᾿ αὐλακώνουν τὴ σκέψη Χωρὶς νὰ βαραίνει κἂν τὴ ζυγαριὰ τῆς μνήμης Πὲς σὰ μιὰ σαπουνόφουσκα ποὺ τρυπήσαμε μὲ τὴν καρφίτσα Σὰν τὸν καπνὸ τσιγάρου χωρὶς ἄρωμα. Ἔτσι ἔπεσε ἕνα φύλλο ἀπὸ τὸ καλαντάρι Δίχως τὸν παραμικρότερο ἦχο (Χάθηκε καὶ δὲν ψάξαμε νὰ τὸ βροῦμε) Ἔμεινε τὸ συρτάρι μας ὅπως τὸ ἀφήσαμε. Ἴσως -λές- πὼς δὲν ἤτανε κἂν μία μέρα Μόνο που σήμερα φωνάζουν ἀρνητικὰ οἱ ἀριθμοὶ Τὸ ρολόι γυρισμένο ἕνα ἀκόμη εἰκοσιτετράωρο -Λές- πῶς περάσαμε ἀσυνείδητα τὰ μεσάνυχτα Ἕναν ὁλόισιο ἀσφαλτοστρωμένο δρόμο.

Αγρότες: Ή ταν ή επί τας! -από ΠΑΥΛΟΣ ΡΙΖΑΡΓΙΩΤΗΣ

  Αγρότες: Ή ταν ή επί τας! Ώστε “να φύγουν”, κύριε Πρετεντέρη. «Να πάρουν τα τρακτέρ τους και να αποχωρήσουν», είπες, κατεβάζοντας λίγο τα γυαλιά και κοιτάζοντας τον τηλεοπτικό φακό με βλέμμα που θα ‘κανε και τον Μητσοτάκη να ριγήσει από συγκίνηση. Και να πάνε πού; Να γυρίσουν άπραγοι και ηττημένοι στα χωριά τους; Και τότε τι θα πουν στις γερόντισσες μανάδες τους που τους ξεπροβόδισαν φωνάζοντας τους «ή ταν ή επί τας»; Πώς θα κοιτάξουν στα μάτια τα παιδιά τους που τους κοίταζαν με απαντοχή κι ελπίδα; Πώς θα δικαιολογηθούν σ’ όλους τους ανθρώπους του μόχθου που τους στηρίζουν και τους καλούν να συνεχίσουν; Να φύγουν να πάνε πού, κύριε Πρετεντέρη; Πίσω στην ζωή που δεν αντέχουν; Ξέρεις τι είναι να δουλεύεις σαν το σκυλί και να μην μπορείς να ζήσεις σαν άνθρωπος; Δεν ξέρεις, εσύ δεν ζεις στα αλώνια, αλλά στα σαλόνια. Ξέρεις τι είναι να παράγεις όλα τα φαγιά του κόσμου και να μην έχεις εσύ και η οικογένειά σου ένα πιάτο φαΐ; Δεν ξέρεις, εσύ παράγεις «αέρα κοπανιστό» και τρως αστακό. Ξ...

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη - Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

  Ο Παπαδιαμάντης διά χειρός Κόντογλου   Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα! Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι κα...

Μιχάλη Γκανά, «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»

  Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ' όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θά 'ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη. Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ' το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα. Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ' όπλο του απ' το πρωί. Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», ευχές δε φθάνουν ώς εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ' το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του. Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ' όλα τα υλικά και δίχως λόγια. Κοντεύουν ξημερώματα κι ακόμη γυαλίζει τ' όπλ...